Όταν ο Τζόνας Μέκας εγκατέλειπε την πατρίδα του, τη Λιθουανία, λόγω του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μάλλον δεν φανταζόταν πως λίγο καιρό μετά θα βρισκόταν φυλακισμένος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γερμανία. Και όσο προσπαθούσε να επιζήσει της ναζιστικής θηριωδίας, σίγουρα δεν πίστευε πως τη δεκαετία που θα ακολουθούσε, ο ίδιος θα γινόταν η φωνή και το πρόσωπο ενός νέου δρόμου για τον αμερικανικό πειραματικό κινηματογράφο. ‘Η ότι θα ήταν μέλος μιας κοινότητας η οποία αποτελείτο από τους πιο σημαντικούς καλλιτέχνες του εικοστού αιώνα.
Όχι, ο Τζόνας Μέκας δεν μπορούσε να ξέρει τίποτα απ’ όλα αυτά, αφού η μεγαλύτερη περιπέτεια της ζωής του ξεκίνησε αργότερα, όταν σήκωσε στο ύψος του ματιού του την πρώτη του -αγορασμένη με δανεικά λεφτά- μηχανή 16mm. Ο Τζόνας Μέκας γεννήθηκε τα Χριστούγεννα του 1922 στο χωριό Σεμιενισκιάι της Λιθουανίας. Τα γενέθλια του ευφυούς αγοριού θα αποδεικνύονταν προφητικά για τη γεμάτη εμπόδια, απρόοπτες συναντήσεις και συγκλονιστικές εμπνεύσεις ζωή του. Μόλις 22 χρόνια μετά, εγκαταλείπει τη χώρα του, μαζί με τον αδελφό του Αντόλφας, για να ξεφύγει από τη γερμανική εισβολή. Οι μπελάδες ωστόσο τον βρίσκουν στον δρόμο, αφού το τρένο της μεγάλης φυγής επιτάσσεται κάπου στη Γερμανία και τα δύο αδέρφια βρίσκονται φυλακισμένα σε στρατόπεδο συγκέντρωσης.

«Έπρεπε να τραβήξω, να κρατήσω, να προστατεύσω όλα τα όμορφα πράγματα που έβλεπα να συμβαίνουν» Τζόνας Μέκας
Έπειτα από οκτώ μήνες τραγικής παραμονής, ο Τζόνας και ο Αντόλφας καταφέρνουν να δραπετεύσουν στα δανέζικα σύνορα, όπου και θα παραμείνουν κρυμμένοι μέχρι το τέλος του πολέμου. Η εποχή τους βρίσκει σε ένα ακόμη στρατόπεδο στη Γερμανία, αυτή τη φορά για πρόσφυγες. Εκεί βλέπουν για πρώτη φορά στη ζωή τους μια σειρά από ταινίες που τους κινούν το ενδιαφέρον για το κινηματογραφικό μέσο: τον «Θησαυρό της Σιέρα Μάδρε» (1948) του Τζον Χιούστον ή τo «The Search» (1948) του Φρεντ Τσίνεμαν. To τελευταίo, ένα φιλμ με θέμα τη ζωή προσφύγων πολέμου, τους εξοργίζει. Δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα που οι ίδιοι γνώρισαν μέσα από τον πόλεμο και αρνούνται να αποδεχτούν την κατασκευή αυτή ως αυταπόδεικτη αλήθεια. Αρχίζουν λοιπόν να γράφουν σενάρια, με στόχο να γυρίσουν τις δικές τους ταινίες – αμέσως μόλις μπορέσουν να αγοράσουν μια κάμερα. Και ενώ τόσο ο Τζόνας όσο και ο Αντόλφας θα γνώριζαν, αρκετά αργότερα, παγκόσμια καταξίωση για τη δουλειά τους στο σινεμά, είναι αξιοσημείωτο ότι η βασική τους κινηματογραφική ανάγκη παρέμεινε αναλλοίωτη: η διαμαρτυρία ενάντια στην καθεστηκυία κινηματογραφική τάξη και το όραμα για ένα διαφορετικό σινεμά.
Το 1949, ο Τζόνας Μέκας φτάνει στην Αμερική μαζί με τον αδερφό του και γειτονιά τους γίνεται το Γουίλιαμσμπεργκ του Μπρούκλιν. Η καλλιτεχνική ανησυχία του Τζόνας -που έχει ήδη εκδώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή στα λιθουανικά, σε ηλικία 14 χρονών- τον σπρώχνει στο σινεμά. Βλέπει μανιωδώς όσο πιο πολλές ταινίες μπορεί: νουάρ, γουέστερν, μιούζικαλ, αβάν-γκαρντ, αλλά και ευρωπαϊκό σινεμά.
Μέχρι το 1954, έχει γίνει εξπέρ στη νεόκοπη τέχνη: καταρτίζει τα δικά του προγράμματα σε γκαλερί του Λόουερ Ιστ Σάιντ, ενώ ιδρύει το εξειδικευμένο κινηματογραφικό περιοδικό Film Culture. Το 1958 αποκτά τη θρυλική στήλη του για κριτική στη Village Voice. Στόχος του; Να διαδώσει το παραγνωρισμένο, να μιλήσει για αυτό που οι άλλοι σιωπούν: «Έπρεπε να τραβήξω, να κρατήσω, να προστατεύσω όλα τα όμορφα πράγματα που έβλεπα να συμβαίνουν στο σινεμά και τα οποία σφαγιάζονταν ή αγνοούνταν από τους συναδέλφους μου και το κοινό», λέει ο ίδιος για τη δουλειά του ως κριτικού.

O Mέκας στα γραπτά του συνεχώς αμφισβητεί τις μόδες της εποχής, ενώ είναι θερμός υποστηρικτής του underground σινεμά, ενός κινήματος που ανθεί και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού και είναι επηρεασμένο από (τότε) παρακλάδια της υποκουλτούρας, όπως η γενιά των Beat ποιητών ή η ποπ αρτ σχολή του Άντι Γουόρχολ. Η Μάγια Ντέρεν, ο Έιμος Βόγκελ, ο Σταν Μπράκιτζ και ο Ρόμπερτ Φρανκ είναι μερικά μονάχα από τα εξέχοντα μέλη του.
Λίγο αργότερα, ο Μέκας θα ιδρύσει την Ομάδα του Νέου Αμερικάνικου Σινεμά, για να πραγματοποιεί προβολές και να φέρνει σε επαφή την αβάν-γκαρντ κινηματογραφική κοινότητα. Για τη δραστηριότητά του αυτή, θα φτάσει μέχρι τη φυλακή, αφού οι Αρχές τον συλλαμβάνουν για προσβολή της δημόσιας αιδούς μετά την προβολή της διαβόητης δημιουργίας του Τζακ Σμιθ «Flaming Creatures». Μέσα στα χρόνια, η ομάδα αυτή θα μετουσιωθεί στα Anthology Film Archives, που σήμερα αποτελούν την πιο εκτεταμένη ταινιοθήκη πειραματικών ταινιών στον κόσμο.

Η μεγαλύτερη περιπέτεια της ζωής του ξεκίνησε όταν σήκωσε στο ύψος του ματιού του την πρώτη του μηχανή 16mm.
Παράλληλα με τη θεωρητική του δραστηριότητα ωστόσο, αν όχι πριν από αυτή, ο Μέκας έχει ήδη γίνει «Ο Άνθρωπος με την Κινηματογραφική Μηχανή». Αμέσως μετά την άφιξή του στην Αμερική αγοράζει την πρώτη του Bolex και αρχίζει να καταγράφει σκηνές από την καθημερινότητά του. Τα στιγμιότυπα αυτά -περίπατοι, πάρτι, διαμερίσματα φίλων, άδειοι δρόμοι- μοντάρονται πολλές φορές σε γρήγορη κίνηση, με το παιγνιώδες, γεμάτο ποιητικά υπονοούμενα voice-over του Μέκας στο σάουντρακ. Εμπνέεται από τον ιμπρεσιονισμό και τις θολές του απεικονίσεις, ενώ ντύνει τις «ιστορίες» του με τον μανδύα της παιδικής αφέλειας μόνο όπως οι μεγάλοι ποιητές μπορούν.
Αυτά τα «φιλμικά ημερολόγια», όπως ονομάστηκαν (σ.σ. «diary-film» στα αγγλικά), αποτελούν και τη σημαντικότερη δημιουργική συνεισφορά του Τζόνας Μέκας στην ιστορία του σινεμά. Σήμερα πλήρως διαδεδομένα και χρησιμοποιημένα ακόμη και σε mainstream μορφές φιλμικής αφήγησης, όπως το βίντεο-κλιπ, τα φιλμ του Μέκας απορρίπτουν το καστ, το συνεργείο, το σενάριο και το σκριπτ. Οι παρατηρήσεις του δημιουργού πάνω στην καθημερινότητα και τις τετριμμένες τις λεπτομέρειες γίνονται το θέμα ενός ιδιότυπου κολάζ που διαθέτει πάντα τον δικό του εσωτερικό ρυθμό. Και παρά τη χαοτική δομή τους ή την αντισυμβατική αφήγηση, οι ταινίες του Μέκας αποτυπώνουν απαράμιλλα το νεοϋορκέζικο zeitgeist που θα καθόριζε καλλιτεχνικές και πολιτικές εξελίξεις σε όλο τον πλανήτη – ενώ την ίδια στιγμή αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του.
Ο κινηματογραφιστής Γιαν Μποβέ, δανειζόμενος τους «απλοϊκούς» τρόπους του παππού της αβάν-γκαρντ, έχει επισημάνει εύστοχα την ουσία αυτού του κινηματογραφικού του κόσμου: «Οι ταινίες του Μέκας αποθεώνουν τη ζωή. Υψώνονται πάνω από τον συντριπτικό καταναλωτισμό, επιχειρώντας να αναβιώσουν στη θέση του τις μικρές απολαύσεις της φιλίας, του πρώτου χιονιού ή της επιστροφής της άνοιξης. Η ιδιοφυΐα του Μέκας έγκειται στην τάση του να συμπεριλαμβάνει τον θεατή στο όραμά του, επιτρέποντάς μας να (ξανα)-ανακαλύψουμε, μέσα από μια απλή εικόνα, την ασύλληπτη δύναμη και αναγκαιότητα της ποίησης».






