Την οργανωμένη αντίσταση ενάντια στους Γάλλους ο αλγερινός λαός την χρωστά σε μεγάλο βαθμό στον Σάαντι Γιάσεφ. Ηγέτης του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, ο Γιάσεφ συνελήφθη και φυλακίστηκε στα 1957, αμέσως μετά το αιματηρό φινάλε της μάχης στην οποία αναφέρεται ο τίτλος του φιλμ. Περιμένοντας την εφαρμογή της καταδίκης σε θάνατο που του είχε επιβληθεί, κατέγραψε σε χαρτί τα απομνημονεύματά του από τον τετραετή πόλεμο, ως ένα είδος μαρτυρίας για τις επόμενες γενιές. Ένα χρόνο μετά την καταδίκη του, όμως, η αμνηστία που έδωσε ο πρόεδρος Σαρλ Ντε Γκολ στους πολιτικούς κρατούμενους του χάρισε τη ζωή. Αποφυλακισμένος πια, μόλις η Αλγερία υποδέχτηκε την ανεξαρτησία της, ο Γιάσεφ έσπευσε να βρει οικονομική κάλυψη από τη νεοσυσταθείσα κυβέρνηση της χώρας και προσέλαβε τον Ιταλό Τζίλο Ποντεκόρβο για να σκηνοθετήσει ένα χρονικό του αλγερινού αγώνα.
Ένθερμος ιδεαλιστής, ο Ποντεκόρβο έψαχνε από καιρό υλικό για μια καταγγελία της ευρωπαϊκής αποικιοκρατικής πολιτικής. Αφού απέρριψε ένα προσχέδιο σεναρίου του Γιάσεφ ως «ακραία προπαγανδιστικό», ο σκηνοθέτης έκρινε σωστό να απλώσει την δράση του φιλμ στο διάστημα των τεσσάρων χρόνων του λαϊκού ξεσηκωμού και να μετατρέψει σε κεντρικό ήρωα ολόκληρο τον αφανή, απρόσωπο εχθρό των Γάλλων, ο οποίος κατοικούσε στα στενά δρομάκια της αραβικής συνοικίας, σε κάποιο από τα σπίτια των περίπου 80 χιλιάδων κατοίκων της.

O Ποντεκόρβο πυροβολεί αλύπητα την οθόνη με εικόνες και στιγμές ανυπέρβλητης δύναμης, απέναντι στις οποίες μοιάζει αδύνατο να μείνει κανείς απαθής.
Η «Μάχη του Αλγερίου» ολοκληρώθηκε το 1965, σε διάστημα πέντε μηνών, με γυρίσματα στους δρόμους της πρωτεύουσας, τρία χρόνια μετά την ειρήνευση στην περιοχή. Ο Ποντεκόρβο αποσκοπούσε σε κάτι περισσότερο από μια απλή πολιτική δήλωση. Για τον λόγο αυτό συμβουλεύτηκε αμέτρητα ντοκουμέντα και αυτόπτες μάρτυρες των συμβάντων και μελέτησε τις αποτελεσματικές τακτικές του ανταρτοπόλεμου, τις οποίες ξεκίνησαν οι κάτοικοι της Κάσμπα.
Για να δώσει πλείστη αυθεντικότητα στο φιλμ, ο σκηνοθέτης κατέφυγε συνεπακόλουθα σε μια μέθοδο που ονόμασε «δικτατορία της αλήθειας». Βαθιά επηρεασμένος από το κίνημα του ιταλικού νεορεαλισμού ανέβασε τον πήχη του κινηματογραφικού ρεαλισμού πολύ ψηλά. Ανάμεσα στις ανορθόδοξες τακτικές του ήταν και η σωματική εξάντληση των ηθοποιών μέσω επαναληπτικών λήψεων της ίδιας σκηνής, προκειμένου να πάψουν να ερμηνεύουν και να δείχνουν πραγματικά κουρασμένοι.
Ο Ποντεκόρβο άπλωσε, ωστόσο, την εμμονή του με τον ρεαλισμό σε όλες τις πτυχές του φιλμ. Οι φωτισμοί έπρεπε να είναι μόνο φυσικοί, τα γυρίσματα να γίνουν στις τοποθεσίες όπου έλαβαν πραγματικά χώρα τα γεγονότα, η φωτογραφία χρησιμοποίησε το ασπρόμαυρο κοντράστ που είχαν τα φιλμ των επίκαιρων, η αφήγηση στηρίχτηκε στη νοοτροπία του ντοκιμαντέρ, το σενάριο βασίστηκε σε αληθινά περιστατικά και οι χαρακτήρες σε αντανακλάσεις υπαρκτών αγωνιστών. Για ηθοποιούς ο σκηνοθέτης προσέλαβε ερασιτέχνες, πρώην συμμετέχοντες στον απελευθερωτικό αγώνα, ακόμη και μέλη του Εθνικού Μετώπου. Μοναδικός επαγγελματίας ερμηνευτής σε ολόκληρο το φιλμ είναι ο Ζαν Μαρτέν, που υποδύεται τον στρατηγό Ματιέ. Για τις ανάγκες των σκηνών πλήθους, τέλος, ο δημιουργός πέτυχε την συμμετοχή του πληθυσμού της αλγερινής πρωτεύουσας. Το αποτέλεσμα στάθηκε αποστομωτικό.

Ένα από τα πιο συνταρακτικά επιτεύγματα στην ιστορία του κινηματογράφου.
Απαράμιλλος δεξιοτέχνης ο Ποντεκόρβο πυροβολεί αλύπητα την οθόνη με εικόνες και στιγμές ανυπέρβλητης δύναμης, απέναντι στις οποίες μοιάζει αδύνατο να μείνει κανείς απαθής. Καμιά άλλη ταινία δεν αποτυπώνει τόσο έντονα την ψευδαίσθηση ότι βιώνεις τα γεγονότα την στιγμή που εκτυλίσσονται. Καμιά δεν κατάφερε, συνάμα, να κατανοήσει σε τέτοιο βάθος τους μηχανισμούς που κρύβονται πίσω από έναν αντάρτικο πόλεμο ανάμεσα σε απλούς ανθρώπους και στρατιωτικές δυνάμεις. Ίσως γι’ αυτό η «Μάχη του Αλγερίου» παρέμενε μέχρι πρόσφατα εξορισμένη από τις αίθουσες της Γαλλίας, επαναστατικές οργανώσεις όπως ο IRA, οι Μαύροι Πάνθηρες ή η Φατάχ του Γιάσερ Αραφάτ την χρησιμοποίησαν ως εργαλείο, ενώ πριν μερικά χρόνια μια ειδική προβολή της οργανώθηκε στο Πεντάγωνο, προκειμένου μέλη της CIA και στρατιωτικοί να μελετήσουν τις αντιτρομοκρατικές μεθόδους που αναλύει.
Το εκπληκτικό έπος του Ποντεκόρβο επηρέασε επιπλέον πλήθος δημιουργών, από τον Κώστα Γαβρά (η επίδρασή του στο «Ζ» και στο «Σε Κατάσταση Πολιορκίας» είναι παραπάνω από εμφανής), τον Κεν Λόουτς και τον Πολ Γκρίνγκρας («Ματωμένη Κυριακή») μέχρι τον Όλιβερ Στόουν, τον Στίβεν Σόντερμπεργκ (ο οποίος παραδέχτηκε ότι δανείστηκε τις στιλιστικές προτάσεις του «Traffic» κατευθείαν από τους σκηνοθετικούς ριζοσπαστισμούς του Ποντεκόρβο), τον Σπάικ Λι. Οι τελευταίοι τρεις τοποθετούν το φιλμ ανάμεσα στα αγαπημένα τους, αναγνωρίζοντας (όπως πολλοί άλλοι) ότι αποτελεί ένα από τα πιο συνταρακτικά επιτεύγματα στην ιστορία του κινηματογράφου.
LA BATTAGLIA DI ALGERI
ΙΤΑΛΙΑ / ΑΛΓΕΡΙΑ, 1966
Σκηνοθεσία: Τζίλο Ποντεκόρβο Σενάριο: Φράνκο Σολίνας, Τζίλο Ποντεκόρβο Φωτογραφία: Μαρσέλο Γκάτι Μουσική: Ένιο Μορικόνε Πρωταγωνιστούν: Σάαντι Γιάσεφ, Ζαν Μαρτέν, Μπραχίμ Χατζιάγκ, Τομάσο Νέρι, Ούγκο Παλιάτι Διάρκεια: 120΄






