• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

20ό Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου: Ένα φεστιβάλ για τους τυχοδιώκτες της σκοτεινής αίθουσας

1 Απρ 2019 | Θέματα | 0 comments

Λίγες ώρες πριν την έναρξη του 20ού Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Ελλάδας, η Ακόλουθος Οπτικοακουστικών Μέσων και Καλλιτεχνική Διευθύντριά του, κυρία Λετισιά Κουλίκ, μας εκμυστηρεύεται μερικά από τα διαμάντια του φετινού προγράμματος που χρήζουν επείγουσας ανακάλυψης.
Συντάκτης: Λουκάς Κατσίκας
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Το Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου γιορτάζει φέτος τα 20 χρόνια του. Εδώ και 20 χρόνια το φεστιβάλ μεταμορφώθηκε, αντιμετώπισε πολλές προκλήσεις και μπόρεσε να τις ξεπεράσει. Μπόρεσε να κατακτήσει νέο κοινό και να καινοτομήσει. Με το πέρασμα των χρόνων διαμορφώθηκαν διαφορετικές τάσεις, που αντανακλούν την εποχή, την κοινωνία αλλά επίσης και τις καλλιτεχνικές επιλογές. Γιατί ο προγραμματισμός ενός φεστιβάλ, η ταυτότητά του, είναι το αποτέλεσμα πολλών πραγμάτων: οι αντικειμενικές – ή όχι – επιλογές, το καρδιοχτύπι, η επιθυμία για ανταλλαγή και επικοινωνία συναισθημάτων.

Ακόμη κι αν, εν μέρει, ο προγραμματισμός καθορίζεται από τις ημερομηνίες εξόδου των ταινιών, από τις προτάσεις των διανομέων και από το δημιουργικό πλαίσιο μιας συγκεκριμένης εποχής, παραμένει ούτως ή άλλως μια υπόθεση επιλογών, καλλιτεχνικών και αισθητικών αποφάσεων και δέσμευσης απέναντι στο κοινό που αναζητά την ποιότητα, την καινοτομία και το αναπάντεχο. Για αυτές τις επιλογές θα ήθελα να μιλήσω, καθώς το φεστιβάλ προμηνύεται φέτος ακόμη πιο συναρπαστικό και πλούσιο σε ποικιλία.

Η ευκαιρία που μου δίνει το φεστιβάλ, ως Καλλιτεχνική Διευθύντρια, είναι να παρουσιάσω μια παλέτα επιλογών σχετικά με τις ταινίες που θα δείξουμε στο κοινό. Κάποιες επιλογές είναι προφανείς, όπως οι τελευταίες γαλλικές επιτυχίες που είναι το «Le Grand Bain» του Ζιλ Λελούς, ταινία-γεγονός παντού στον κόσμο από τη στιγμή που κυκλοφόρησε, ή επίσης το «Pupille» της Ζαν Ερί, με την αναπάντεχη επιτυχία της από όταν κυκλοφόρησε στη Γαλλία τον περασμένο Δεκέμβριο.

Άλλες είναι πιο ενδόμυχες και εμπιστευτικές και μαρτυρούν μια πραγματική δουλειά έρευνας, κριτικής ματιάς, προβολής και βέβαια επιθυμίας των δημιουργών να μοιραστούν αυτές τις ταινίες και να τους δώσουν αξία. Η φετινή επιλογή κρύβει τέτοια μικρά διαμάντια, ταινίες που ίσως δε χαίρουν αποδοχής και κάλυψης από τα μέσα ενημέρωσης, ίσως και να μη βρουν διεθνή διανομή, αλλά πρόκειται ωστόσο για όμορφες εκπλήξεις που αξίζει να ανακαλύψουμε.

Ανάμεσα σε αυτούς τους τίτλους, τέσσερις τραβούν την προσοχή μου. Καταρχάς το «Les Drapeaux de Papier» του Νατάν Αμπροσιονί. Αυτή η ταινία, που ο δημιουργός της έγραψε στα δεκαέξι και σκηνοθέτησε μόλις στα δεκαοκτώ του χρόνια, είναι μια πραγματική αποκάλυψη ακρίβειας και σκηνοθεσίας. Ο νεαρός δημιουργός θίγει ένα θέμα που έχει παρουσιαστεί πολλές φορές, όχι πολλά υποσχόμενο εκ πρώτης όψεως, το διαχειρίζεται ωστόσο με διαφορετικό και ευαίσθητο τρόπο. Όταν ο Βενσάν (Γκιγιόμ Γκουί) βγαίνει από τη φυλακή μετά από 12 χρόνια και ξαναβρίσκει την αδελφή του (Νοεμί Μερλάν), την οποία γνώρισε ελάχιστα, πρέπει να μάθει τα πάντα για τη ζωή και οι δύο τους πρέπει να μάθουν πολλά για τους εαυτούς τους και για τη ζωή τους σαν αδέλφια. Οι διάλογοι είναι ακριβείς, τσουχτεροί, οι καταστάσεις ρεαλιστικές και επαρκώς βαθιές για να μας κάνουν να σκεφτούμε, πέρα από την επανένταξη, την αποδοχή κάποιου στον κοινωνικό ιστό όπως αυτός είναι καθορισμένος και σχηματοποιημένος.

Μια ακόμη έκπληξη είναι η ταινία της Φαμπιέν Γκοντέ «Nos Vies Formidables», που παρακολουθεί τη Μαργκό στη θεραπεία αποτοξίνωσης, αποκομμένη από τον κόσμο, σε ένα απομονωμένο κέντρο στην εξοχή όπου πρέπει να συμβιώσει σε μια κοινότητα. Η Μαργκό είναι σκληρή, σημαδεμένη από μια ζωή γεμάτη βία και καταχρήσεις που υπερισχύουν της νιότης της. Δίνει στον εαυτό της μια τελευταία ευκαιρία.

Η σκηνοθέτις γύρισε την ταινία όσο μπορούσε πιο κοντά στους χαρακτήρες της, βάζοντας πρωτίστως τους ηθοποιούς να ζήσουν μαζί, έτσι ώστε να χτίσουν αυτή την άμεση οικειότητα και να την κάνουν, με επιδέξιο τρόπο, ευδιάκριτη και στην οθόνη. Γιατί όλα σε αυτή την ταινία είναι θέμα επιδεξιότητας, αλλιώς η ταινία θα μπορούσε να ρέπει προς το ειδεχθές, τη συγκατάβαση, την επανάληψη. Η ηθοποιός Ζιλί Μουλιέρ, συνδημιουργός στο σενάριο, υποδύεται αυτή την ηρωίδα, δίνοντάς της όλες τις συναισθηματικές αποχρώσεις. Και παρά το βάρος που έχουν οι μαρτυρίες και τα βιώματα, που βασίζονται σε μακροχρόνιες επιτόπιες συνεντεύξεις, η σκηνοθέτις μας παραδίδει μια ταινία γεμάτη ελπίδα.

Η τρίτη ταινία για την οποία επιθυμώ να μιλήσω είναι το «Funan», ένα φιλμ κινουμένων σχεδίων που εξιστορεί τον αποχωρισμό μιας μητέρας από τον τετράχρονο γιό της κατά τη διάρκεια της επανάστασης των Ερυθρών Χμερ, το 1975. Η ταινία, μέσα από το κινούμενο σχέδιο, διηγείται την τραγική ιστορία ενός λαού και τοποθετείται στη γενιά των, πολυάριθμων πια, ταινιών κινουμένων σχεδίων που δεν απευθύνονται σε παιδιά, αλλά σε ενήλικες, όπως το «Βαλς με τον Μπασίρ» του Άρι Φόλμαν του 2008 ή το «Chris the Swiss» της Άνα Κόφμελ του 2018.

Ο σκηνοθέτης συγκεντρώνει εδώ τα κομμάτια της ιστορίας που αφηγείται η μητέρα. Αυτό το προσωπικό και καλλιτεχνικό σχέδιο ήταν προφανές ότι θα αποτελούσε την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη όταν αποφοίτησε από τη σχολή Gobelins. H ταινία, μέσω του κινουμένου σχεδίου, μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε μια πολύπλοκη και τραυματική ιστορία κρατώντας ωστόσο τη συναισθηματική απόσταση που παρέχει το κινούμενο σχέδιο. Η αφήγηση είναι προσιτή και μπορεί να απευθύνεται σε ένα πιο ευρύ κοινό και να του μεταδώσει αυτό το κομμάτι της ιστορίας.

Τέλος, μια άτυπη πλευρά του φετινού προγραμματισμού: η μετάδοση των 8 επεισοδίων της σειράς «P’tit Quinquin» και «Coincoin et les Z’inhumains» του Μπρουνό Ντιμόν. Τη στιγμή που τίθεται ζήτημα του format και των μέσων μετάδοσης, το να προβάλλουμε αυτές τις ταινίες που είναι φτιαγμένες αρχικά για format τηλεόρασης, μπορεί να προκαλέσει ερωτήματα. Στην πραγματικότητα, τα τέσσερα πρώτα επεισόδια της σειράς («P’tit Quinquin») προβλήθηκαν για πρώτη φορά στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών (στο οποίο αφιερώνουμε φέτος την carte blanche).

Αυτό το format και το περιεχόμενο είναι μια καλλιτεχνική απόφαση που χαρίζει ένα εντελώς διαφορετικό βλέμμα στη δουλειά του δημιουργού Μπρουνό Ντιμόν, η οποία χαρακτηρίζεται από θέματα περισσότερο αυστηρά, σοβαρά, με μια πιο συγκρατημένη προσέγγιση. Το ιδιαίτερο χιούμορ αυτών των ταινιών και το αντισυμβατικό σύμπαν μέσα στο οποίο εξελίσσονται δεν θα μπορούσαν να βρουν θέση αλλού, παρά μόνο στο δικό μας φεστιβάλ.

Στην αρχή αυτού του κειμένου μίλησα για την ελευθερία που είχα ως υπεύθυνη προγράμματος, να προσφέρω στο κοινό τη χαρά της ανακάλυψης νέων ταινιών, νέων συγκινήσεων, για αυτές ακριβώς τις πτυχές ήθελα να μιλήσω: τη δυνατότητα να επιλέγει κανείς φιλμ διαφορετικά, που θα γοητεύσουν μόνο κάποιους τυχοδιώκτες της σκοτεινής αίθουσας, αλλά η διακριτική τους επιτυχία θα είναι αρκετή για μένα, ως καλλιτεχνική διευθύντρια. Η αντίληψή μου για ένα φεστιβάλ, πόσο μάλλον για ένα αληθινά σινεφίλ φεστιβάλ στην Ελλάδα, είναι να επιτρέπει σε ένα επιδέξιο και απαιτητικό κοινό να στραφεί προς νέες δημιουργίες, να ανακαλύψει τις κρυμμένες όψεις των νέων γαλλικών δημιουργιών και έτσι να κάνει πράξη τα διαφορετικά πρόσωπα της Γαλλοφωνίας.

Ελπίζω πως η 20ή χρονιά θα μπορέσει για άλλη μια φορά να σας συναρπάσει και να σας πείσει! Δίνουμε ραντεβού στις αίθουσες από τις 2 ως τις 10 Απριλίου στην Αθήνα και από τις 11 ως τις 17 Απριλίου στη Θεσσαλονίκη!

Διαβάστε ακόμη:
Δείτε και κατεβάστε τον πλήρη κατάλογο και το πρόγραμμα του Φεστιβάλ
Άρωμα Γαλλίας: Τα πάντα για το 20o Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Ελλάδος

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ