Η Κλερ Μπερζέ γεννήθηκε στη μικρή βιομηχανική πόλη Φορμπά, στη βορειοανατολική Γαλλία, βλέποντάς την να φτωχαίνει σταδιακά μετά την κατάρρευση των ορυχείων της περιοχής. Δούλεψε ερασιτεχνικά εκεί ως δημοσιογράφος, βρέθηκε στο Παρίσι όπου σπούδασε μοντάζ όμως η ιδέα να εισχωρήσει στον κινηματογραφικό κόσμο της πόλης δεν της άρεσε ποτέ. Γύρισε στη γενέτειρά της, όπου δούλεψε με φίλους, έκανε ταινίες μικρού μήκους που βραβεύτηκαν στις Κάννες και το 2014 παρουσίασε το «Party Girl», συν-σκηνοθετημένο από την ίδια, τη σύντροφό της και έναν παιδικό της φίλο, που πήρε τη Χρυσή Κάμερα του φεστιβάλ. Από τότε άλλαξαν πολλά, όχι όμως η ανάγκη της να δημιουργεί στο περιβάλλον που μεγάλωσε, έτσι το Φορμπά πρωταγωνιστεί και στη νέα της ταινία, «Αγάπη Είναι», με θέμα την προσαρμογή ενός πατέρα στις νέες συνθήκες, όταν η σύντροφός του εγκαταλείπει αυτόν και τις 2 κόρες τους. Η Μπερζέ βρέθηκε πρόσφατα στην Αθήνα, με αφορμή το Φεστιβάλ Γαλλοφωνίας, και μας μίλησε για την ανάγκη της να κάνει αυτή την ταινία, την αγάπη για την πόλη της και τη δική της προσαρμογή στην εποχή που γράφει και σκηνοθετεί πλέον μόνη.
– Μπήκες στον κινηματογραφικό χώρο σπουδάζοντας μοντάζ, όμως από πολύ νωρίς ξεκίνησες να σκηνοθετείς δικές σου ταινίες. Πως έγινε αυτή η μετάβαση;
Σπούδασα μοντάζ αλλά στο τέλος των σπουδών μου έκανα ένα φιλμ μικρού μήκους σχετικό με την πόλη που κατάγομαι και το φιλμ έφτασε τελικά ως τις Κάννες όπου κέρδισε βραβείο, κάτι που μου έδωσε τη δυνατότητα να σκηνοθετήσω πάλι. Μετά έκανα ακόμη ένα φιλμ μικρού μήκους που κέρδισε Cesar, οπότε συνέχισα με τη σκηνοθεσία. Αναλαμβάνω και το μοντάζ των ταινιών μου αλλά χρειάζομαι πάντα ένα άτομο μαζί μου γιατί θεωρώ αναγκαία τη συζήτηση με κάποιον την περίοδο του μοντάζ, δε θα ήθελα να είμαι σε ένα δωμάτιο μόνη με τις σκέψεις μου.

– Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που έκανες, το «Party Girl», έγινε με τη συνεργασία 2 ακόμη ατόμων στο σενάριο και τη σκηνοθεσία, ενώ τώρα είσαι απολύτως μόνη. Σου έλειψε η παρουσία τους κατά την προετοιμασία του «Αγάπη Είναι»;
Γύρισα την ταινία με τον Μαριό Τεΐς που κατάγεται από την πόλη μου και τον ξέρω από μικρή ηλικία και την Μαρί Αματσουκελί που ήταν η σύντροφός μου εκείνη την περίοδο, με την οποία πλέον έχουμε χωρίσει. Ήταν σαν μια οικογένεια, όπως όμως συμβαίνει και με τις οικογένειες, θέλεις κάποια στιγμή να αποδράσεις από αυτές για να μάθεις τον εαυτό σου καλύτερα Μου λείπει το ότι μοιραζόμασταν τα πάντα αλλά ξέραμε από τότε άλλωστε πως θα ήταν δύσκολο να ξανακάνουμε μια ταινία μαζί. Στο «Party Girl» το επέτρεπαν οι συνθήκες, όμως το σινεμά δεν είναι ακριβώς σαν ένα μουσικό συγκρότημα. Όπως είπα ήμασταν σαν οικογένεια τότε και τώρα μπορεί να ένιωθα αρκετά μόνη κάποιες φορές στη διαδικασία των γυρισμάτων του «Αγάπη Είναι» αλλά θεωρώ πως ήταν απαραίτητο.
– Ο κορμός του «Αγάπη Είναι», η διαδικασία δηλαδή του χωρισμού μιας οικογένειας, βασίζεται σε δικές σου αναμνήσεις. Ποιο είναι το κίνητρο να επιστρέφεις σε κάτι τόσο επώδυνο;
Δεν είχα άλλη επιλογή, ο χωρισμός με τη σύντροφό μου ήταν πολύ δύσκολος. Όταν βιώνεις κάτι τέτοιο πολλές φορές σκέφτεσαι τα παιδικά σου χρόνια και ξαναγύρισα στην εποχή αυτή, σκεπτόμενη τους γονείς μου και τις αντιδράσεις που είχαν στην περίοδο του χωρισμού. Δε μπορούσα να σκεφτώ κάτι άλλο, δε μπορούσα να γράψω κάτι άλλο πέρα από το τί είναι αγάπη και πως πολλές φορές πληγώνουμε κάποιον που αγαπάμε και χαίρομαι που είχα τη δυνατότητα να κάνω μια ταινία για κάτι που θεωρώ τόσο σημαντικό για μένα. Δε ξέρω αν μπορώ πάντα να βρίσκω χρήματα για κάτι τέτοιο, αλλά πραγματικά νιώθω πως μπορεί να μη συνέχιζα να κάνω σινεμά αν δεν είχα την ευκαιρία για κάτι τέτοιο.
– Ως τώρα δούλευες με μη επαγγελματίες ηθοποιούς. Πως προέκυψε η απόφασή σου να χρησιμοποιήσεις και επαγγελματίες αυτή τη φορά;
Είχα ξεκινήσει να δουλεύω σαν δημοσιογράφος και να φιλμάρω κανονικούς ανθρώπους, με ενδιέφερε πολύ από μικρή το πως οι άνθρωποι αντιδρούν όταν υπάρχει μπροστά τους μια κάμερα. Οι ταινίες μικρού μήκους που έκανα είχαν αυτή τη βάση, ήταν πάντα μια μίξη πραγματικότητας και φαντασίας και ήθελα να δω σε αυτή την ταινία πως θα λειτουργήσει η συνύπαρξη μεταξύ επαγγελματιών και μη επαγγελματιών ηθοποιών και όχι μόνο. Ο σκηνογράφος της ταινίας έχει έναν μικρό ρόλο μέσα σε αυτήν, η ηθοποιός που έχει το ρόλο της συζύγου εμπλέκονταν στην παραγωγή, καταλαβαίνετε πως ήθελα να φτιάξω έναν συνδυασμό ανθρώπων σε διπλούς ρόλους, μπροστά και πίσω από την κάμερα, για να δω τι μπορεί να βγει μέσα από αυτό. Στο τέλος λοιπόν δεν υπήρχε μεγάλη διαφορά, η μόνη ίσως ήταν πως οι επαγγελματίες ηθοποιοί έχουν πάντα κάποιες συνήθειες ή ένα είδος μανιέρας για το πως παίζουν ένα ρόλο και προσπάθησα να τους κάνω να το ξεχάσουν, ενώ στο παρελθόν βοηθούσα τους μη επαγγελματίες ώστε να αποκτήσουν κάτι αντίστοιχο.

– Η τάση σου αυτή να αναμειγνύεις πραγματικότητα και μυθοπλασία ήταν αποτέλεσμα επιρροής από άλλους δημιουργούς; Η Ανιές Βαρντά για παράδειγμα συνήθιζε να κάνει κάτι τέτοιο.
Η μίξη αυτή μου ήρθε πολύ φυσικά από το ξεκίνημα της καριέρας μου. Μεγάλωσα σε μικρή και σχετικά φτωχική πόλη και όταν βρέθηκα για σπουδές στο Παρίσι ένιωθα πως δε θα με ενδιέφερε να φιλμάρω μεγαλοαστούς ηθοποιούς , θα ήμουν τελείως εκτός κλίματος. Θυμάμαι πως κάποια στιγμή είδα τις ταινίες του Τζον Κασαβέτη και χάρηκα γιατί μου έδειξαν πως είναι πιθανό να γίνει κάτι τέτοιο. Τις ταινίες της Βαρντά τις έμαθα σχετικά πρόσφατα όταν είχα ήδη αποφασίσει τον τρόπο με τον οποίο κάνω κινηματογράφο. Πάντως για μένα η πραγματικότητα με τη φαντασία μπλέκονται πάντα, ακόμη και σε μεγάλες παραγωγές πολλές φορές ο σκηνοθέτης με τους ηθοποιούς έχουν φιλική σχέση την οποία δε γνωρίζουμε και το αποτέλεσμα που βλέπουμε στην οθόνη προέρχεται και μέσα από αυτή τη σχέση.
– Μια ταινία από το Βέλγιο («Οι Αγώνες μας») είχε παρόμοιο θέμα με τη δική σου ταινία, ενώ πλέον όλο και συχνότερα βλέπουμε ιστορίες στο σινεμά με χωρισμούς που δεν προκύπτουν από απιστία ή ένα συγκεκριμένο γεγονός, αλλά από μια ανάγκη απόδρασης κάποιου μέλους; Ακολουθεί τελικά το σινεμά την πραγματικότητα;
Δεν είναι καινούριο θέμα, θυμάμαι για παράδειγμα να βλέπω μικρή το «Κράμερ Εναντίον Κράμερ». Ίσως αυτό που είναι καινούριο είναι οι πολλαπλοί ρόλοι που μπορεί να έχει ένας άντρας στην οικογένεια, ξεφεύγοντας από το στερεότυπου του αρχηγού ή αυτού που φέρνει τα χρήματα. Ο πατέρας έχει συναισθήματα, μπορεί να είναι συμπονετικός αλλά και πρακτικά μπορεί να φροντίζει τις καθημερινές ανάγκες, όπως το μαγείρεμα. Το ότι πληθαίνουν οι ταινίες με θέμα τις αλλαγές στις ανθρώπινες σχέσεις ίσως να είναι και ένα είδος αντίδρασης προς το αμερικανικό σινεμά, το οποίο πλέον έχει παραδοθεί στους υπερήρωες και τα οπτικά εφέ. Χρειάζονται ταινίες με επίκεντρο το συναίσθημα
– Για το τέλος θα ήθελα να ρωτήσω αυτό που μάλλον ρωτούν όλοι. Την εξήγηση του τίτλου «Αγάπη Είναι». Έχει τη μορφή ερώτησης ή αναδεικνύει τους τρόπους με τους οποίους αγαπάμε;
Η ακριβής μετάφραση του τίτλου από τα γαλλικά είναι «Αυτή είναι η αγάπη». Δεν ήθελα να βάλω τίτλο με ερώτηση. Στην ερώτηση πάντως για το τί είναι η αγάπη, το φιλμ δεν απαντά γιατί ακριβώς απαντά με πολλούς τρόπους. Υπάρχουν πολλά είδη αγάπης, όλα συνδέονται με τη μεταφορά συναισθημάτων είτε πρόκειται για γονεϊκή, για παιδική, για αδερφική ή για ερωτική σχέση και αυτό προσπάθησα να δείξω μέσα από τις εικόνες της ταινίας μου.
Η ταινία «Αγάπη Είναι» προβάλλεται στους κινηματογράφους από την One from the Heart. Διαβάστε τη γνώμη του cinemagazine για την ταινία εδώ.






