Υπάρχουν οι κριτικοί που αγαπούν το κοινό τους περισσότερο από το σινεμά και κριτικοί που (ξέρουν πως πρέπει να) έχουν το σινεμά στην πρώτη θέση. Για τους πρώτους ο Χοκς δεν είναι παρά ένας από αυτούς που τα Cahiers du Cinema εξεθείασαν «υπερβολικά», ένας από εκείνους τους χρισμένους auteurs που πρέπει καλά και σώνει να σεβόμαστε ως κάτι άλλο από αυτό που είναι: Σκηνοθέτες που έκαναν καλές ταινίες. Όχι. Αν πρέπει να διαλέξω μερίδα θα πάω με τους δεύτερους που έχουν ένα Ευαγγέλιο στο σπίτι ειδικό για να ορκίζονται σε σκηνοθέτες (όχι απαραίτητα auteurs, άλλη ιστορία αυτό) που οπωσδήποτε έχουν ένα αναγνωρίσιμο στυλ κι έχουν κάνει πλειάδα σπουδαίων ταινιών.
Βέβαια το αναγνωρίσιμο στυλ με τον Χοκς είναι μια ειδική περίπτωση. Αν οι λάτρεις δεν γνωρίζαμε τόσο καλά την φιλμογραφία του δεν είναι απαραίτητο πως από ένα-δύο λεπτά ταινίας του καταλαβαίνεις ότι είναι ο υπογράφων. Ο Χοκς δεν κάνει φαντεζισμούς (για την ακρίβεια θα είχε απολυθεί με συντετμημένες διαδικασίες όποιος θα έκανε κάτι τέτοιο), δεν βάζει την κάμερα σε περίεργες θέσεις, δεν χρησιμοποιεί ειδικούς φακούς ή εξεζητημένες τεχνικές. Ο Χοκς είναι απλός. Απλούστερος κι από τον Φορντ για την ακρίβεια – κι αυτό δεν είναι εύκολο. Αν το θες αλλιώς, ο Χοκς έκανε ταινίες για τους κριτικούς που αγαπάνε το κοινό τους. Αλλά τελικά τον αγάπησαν περισσότερο εκείνοι αγαπούν το σινεμά. Κι αυτός είναι ένας λόγος που παραμένει άγνωστος.

Όμως τον διάλογο, ας πούμε, δεν τον σκηνοθετεί άλλος έτσι. Περισσότερο ακόμα, δεν ντεκουπάρει άλλος έτσι την δράση. Λέγοντας ντεκουπάρισμα εννοούμε το σημαντικότερο πράγμα στο σινεμά. Την διαδοχή των πλάνων, το πώς παρατάσσονται ώστε να αφηγηθείς μιας σκηνή. Την διάρκειά τους, τον χρονισμό του καθενός ξεχωριστά ώστε «μουσικά», ρυθμικά, μια σκηνή να εξελιχθεί άνετα κι ωραία. Όπως το κάνει ο Χοκς, στο κλασικό Χόλιγουντ τουλάχιστον, δύσκολα θα βρεις άλλον.
Και τι έγινε; θα ρωτήσει κάποιος. Τίποτα λιγότερο από ταινίες που αγνοούν την έννοια της χασμωδίας, τίποτα περισσότερο από (βοηθούντων των σεναρίων, του καστ και των συμπτώσεων φυσικά) τέλεια, αμερικανικά έργα. Πιο σφιχτά από γυμνασμένα σώματα, πιο μαεστρικά από ορχήστρες μεγάλων διευθυντών, πιο ευχάριστα απ’ όσο ελπίζεις ότι μπορεί να είναι τα έργα, πιο φυσικά και ρέοντα από τις περισσότερες ταινίες μιας τεχνικά, τουλάχιστον, προικισμένης εποχής. Το μοντάζ του Χοκς είναι απαράμιλλο.
Ο ίδιος έλεγε: «Βάλε τρεις μεγάλες σκηνές κι απόφυγε τις κακές. ‘Ετσι κάνεις καλή ταινία». Ή: «Η δουλειά μου είναι να αφηγούμαι ιστορίες σε κίνηση. Τις βάζω σε κίνηση, λοιπόν!». Άλλη μεγάλη αλήθεια είναι αυτή: Η κινητικότητα, η δράση, η πορεία προς τα εμπρός των έργων του Χοκς. Τίποτα δεν τις σταματά. Ούτε φιοριτούρες, ούτε «μεγάλες σκηνές», ούτε λογοτεχνικοί διάλογοι, ούτε σύμβολα. Τίποτα. Άνθρωποι που συσχετιζόμενοι με ανθρώπους κάνουν αυτό που είναι να κάνουν. Σχέσεις και πράξεις, σαν τη ζωή.

Αυτή η δράση καθρέφτιζε τον Χοκς, έναν άνθρωπο που τους άρεσαν τα αυτοκίνητα κι οι μηχανές (έφτιαξε ο ίδιος αμάξι που κέρδισε την κούρσα της Ινδιανάπολης το 1936!), πετούσε αεροπλάνο, ήταν μαραγκός, έπαιζε γκολφ, ψάρευε, έκανε σκι, ήταν ιστιοπλόος. Και άλλα πολλά. Ήταν ορθός και κοφτός τύπος, κλασικός no bullshit Ρεπουμπλικάνος παλιάς κοπής που θεωρούσε τον Τζον Γουέην μεγάλο ηθοποιό («πώς να αντέξει κάποιος στο ίδιο πλάνο μαζί του;») και τους καινούργιους (Στιβ ΜακΚούην, Κλιντ Ίστγουντ) ελαφρώς «θηλυπρεπείς». Ώ, ήταν ωραίος τύπος ο Χάουαρντ Χοκς.
Πέραν βέβαια όλων αυτών, κόντρα στο συνειδητά macho που σήμερα πια ξενίζει πολλούς, ο Χοκς επιφύλασσε έναν εξαιρετικά μοντέρνο και ιδιοφυή ρόλο για την Γυναίκα στις ταινίες του. Σε πλήρη συνείδηση των ορίων της ανδροπρέπειας και του εγκλωβισμού της, οι γυναίκες στον Χοκς παίζουν σταθερά τον ρόλο του «ευφυέστερου άλλου πόλου» που βλέπει μπροστά, ξεκλειδώνει χαζοβιόληδες άντρες, διασφαλίζει την δουλειά, την αποστολή, την κοινότητα, την συνέχεια. Οι γυναίκες στον Χοκς, ξέρουν καλύτερα και με κάποιο τρόπο θα φροντίσουν να το μάθει κι ο άντρας που αγαπούν.


Ξεχάσαμε τις ταινίες… Κανείς, πλην του Γουάιλερ και του Κιούμπρικ, δεν περιηγήθηκε τόσο άνετα, με τόση ευφράδεια και γερό αποτέλεσμα στα είδη. Ο Χοκς έκανε γουέστερν, ιστορικά γουέστερν: Το «Κόκκινο Ποτάμι» – που έφερε και τον Μοντγκόμερι Κλιφτ στο προσκήνιο. Το «Ρίο Μπράβο» – που το έκανε γιατί το «Τρένο θα Σφυρίξει Τρεις Φορές» δεν του άρεσε και πολύ. Το «Ελντοράντο», Το «Big Sky», το «Ρίο Λόμπο» που τελικά επίσης δεν του άρεσε και πολύ (φαντάσου…). Έκανε γκανγκστερικά, για την ακρίβεια όρισε το είδος με τον «Σημαδεμένο» (που αποκάλυψε τον Πολ Μιούνι). Ο Ντε Πάλμα αφιέρωσε τον δικό του «Σημαδεμένο» στον Χοκς και τον γραφιά του τον Μπεν Χεκτ. Κι αυτός, όπως κι ο Ταραντίνο, ο Κάρπεντερ, ο Άλτμαν – και δυστυχώς όχι πολλοί άλλοι – χρωστάνε στον Χοκς τον χαρακτήρα τους.
Έκανε επίσης φανταστικές κωμωδίες, κεραυνοβόλων διαλόγων και ξύπνιου ρομάντζου. «Bringing Up Baby», «His Girl Friday», «I Was a Male War Bride» (εδώ να δεις τι γίνεται με τα φύλα), «Monkey Business» (ιστορικός ελληνικός τίτλος «Ο Βαρνάβας, η Εντβίνα, η μαϊμού και το Μπογκόμολετς»), ίλιγγος σε πιάνει, όλα τους με τον Κάρι Γκραντ που ο Χοκς τον είχε σε απόλυτη υπόληψη.

Έκανε δράματα, εκ των οποίων αναφέρεις το «To Have and Have Not» («Η Σειρήνα της Μαρτινίκα») που αποκάλυψε την Λορίν Μπακόλ, μεταξύ άπειρων άλλων. Έκανε χλαμύδα με την «Γη των Φαραώ», εκτυφλωτικό τεχνικόλορ, όχι σπουδαίο αλλά χάρμα σινεμά. Έκανε μιούζικαλ με το «Οι Άντρες Προτιμούν τις Ξανθιές». Έκανε τρομακτική επιστημονική φαντασία με το «Πράγμα από τον Άλλο Κόσμο» – που αργότερα θα ενέπνεε την «Απειλή» του Κάρπεντερ. Έκανε το για πολλούς καλύτερο νουάρ όλων των εποχών, το «Big Sleep», την ταινία που έχει Μπράκετ και Φώκνερ να διασκευάζουν Τσάντλερ! Έκανε τέλος τον «Λοχία Γιορκ», που τα λέγαμε εδώ για τον Γκάρι Κούπερ. Για τούτο ο Φορντ έλεγε στον Χοκς πως εσύ κι όχι εγώ έπρεπε να πάρεις το Όσκαρ – η μοναδική ποτέ υποψηφιότητα του Χοκς για βραβείο! Και για τους δυο τους ο συνυποψήφιος Όρσον Γουέλς στον «Πολίτη Κέιν» δεν ήταν ανταγωνιστής…
Δεν μπορείς να υπερθεματίσεις τον Χάουαρντ Χοκς, το πώς συγκατοικεί με τόσο μεγαλείο ενώ τόσο απλησίαστα απλός είναι ίδιον ενός χαρακτήρα και ποιότητα μιας εποχής. Όπως ο Μπερτολούτσι έλεγε πως δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς τον Ροσελίνι, έτσι κι εμείς ψελλίζουμε πως με τον Χοκς δεν μαθαίνεις μόνο ορθό σινεμά. Γίνεσαι και καλύτερος άνθρωπος.






