Η διαρκής ανάπτυξη των ανά τη χώρα περιφερειακών φεστιβάλ που πλέον δεν περιορίζονται σε μια επιλογή ταινιών μυθοπλασίας αλλά έχουν αναπτύξει ένα ισχυρό δίκτυο που εκτείνεται σε προβολές ντοκιμαντέρ, animation και (κυρίως) πλαισίωσή τους με πλούσια εκπαιδευτικά προγράμματα, είναι κάτι περισσότερο από μια μόδα της εποχής ή έναν τρόπο απορρόφησης ευρωπαϊκών κονδυλίων. Είναι η απόρροια της κατάργησης της συλλογικής εμπειρίας που προσφέρει η κινηματογραφική αίθουσα, η οποία εξαφανίζεται σταδιακά εδώ και δεκαετίες από την επαρχία με τις περισσότερες πρωτεύουσες νομών να διαθέτουν συνήθως μία που αναμενόμενα φέρνει ταινίες με γνώμονα την οικονομική της επιβίωση.
Οι άνθρωποι λοιπόν που νιώθουν πως κάτι λείπει από την πόλη που ζουν – πρωτίστως στους ίδιους και συνεκδοχικά σε έναν ευρύτερο αριθμό συμπολιτών τους – παίρνουν πλέον πρωτοβουλίες και χαράσσουν με αρκετό κόπο τη νέα εποχή της εκτός αστικών κέντρων κινηματογραφοφιλίας. Συχνά σε συμπόρευση, όταν δεν αποτελείται από ιδίους, με μια λέσχη που δρα όλη τη χρονιά, δημιουργεί φεστιβάλ ξεκινώντας έναν διάλογο με την εκάστοτε πόλη με κομβικό σημείο το ότι αποτελείται από κόσμο που ζει εκεί και είναι πρόθυμος να συνεισφέρει.

Όπως και σε άλλα περιφερειακά φεστιβάλ, αυτό της Πελοποννήσου, που τρέχει κατά βάση στην Καλαμάτα και δίνει ένα χαρακτηριστικό δείγμα του προγράμματός του σε 8 ακόμη πόλεις της Πελοποννήσου, οργανώνεται από ανθρώπους που ζουν στην Καλαμάτα (με ψυχή και όχι απλά καλλιτεχνική διευθύντρια τη Τζίνα Πετροπούλου) και γνωρίζουν καλύτερα από κάθε ταξιδιώτη πως να συνδεθούν με το κοινό της πόλης. Το πετυχαίνει όχι μόνο με επιλογή ντοκιμαντέρ που βρίσκονται κοντά στο zeitgeist της εποχής, αλλά με το να φέρνει αρκετούς από τους δημιουργούς τους εκεί, να τους εκθέτει σε απευθείας επαφή με τους θεατές και να τους χρησιμοποιεί ως οργανωτές εκπαιδευτικών προγραμμάτων, μια διαδραστική εμπειρία που αποδεικνύεται ευεργετική και για τους ίδιους. Διόλου τυχαία, οι περισσότεροι θέλουν να επιστρέψουν την επόμενη χρονιά.
Το τριήμερο αυτοψίας αυτής της γιορτής πιστοποιεί όσα γράφτηκαν παραπάνω, την ανάγκη πλαισίωσης δηλαδή της παραδοσιακής προβολής ώστε ο θεατής να έχει την ικανοποίηση πως βρίσκεται κοντά σε κάτι πολύτιμο και ουσιώδες. Η προβολή του μικρού μήκους ντοκιμαντέρ «Βάλσαμο» για παράδειγμα, με θέμα τη γέννηση της σχέσης μιας νέας κοπέλας με το ρεμπέτικο και την ανατολική μουσική όταν αυτή διορίστηκε στη Μυτιλήνη, μπορεί να είχε ξεχαστεί αν δε συνονεύονταν από μια σχεδόν εκστατική συναυλία με τραγουδίστρια την ηρωίδα συνοδευόμενη από αυτοσχέδιο και πολυεθνικό σχήμα. Το σοκ των εικόνων του «Starting with Fragments», με θέμα την κάλυψη από τα ΜΜΕ του πολέμου της Συρίας, μπορεί να ήταν παροδικό αν οι 2 δημιουργοί του δε μιλούσαν επιπρόσθετα μετά, όχι μόνο στο q&a αλλά και ανοιχτά με όποιον από το κοινό ήθελε να μάθει περισσότερα απευθείας από την πηγή. Η ενέργεια και το δημιουργικό πάθος που έχει μέσα της η βραζιλιάνα Ιάρα Λι μπορούν να εμπνεύσουν ένα νέο παιδί ευκολότερα όταν τη βλέπει για μέρες να προσπαθεί, να οργανώνει σεμινάρια και να μιλά για τα ταξίδια της σε όλο τον κόσμο, παρά από τα να βλέπει απλά στην οθόνη.

Στο πλαίσιο αυτό, το φεστιβάλ δεν περιορίστηκε μόνο στο αμφιθέατρο «Θεόδωρος Αγγελόπουλος» του Εργατικού Κέντρου της πόλης αλλά και στο «σπίτι» του Κέντρου Δημιουργικού Ντοκιμαντέρ (η δράση που τρέχει το όλο event) στο ιστορικό κέντρο, όπου όλες οι φυλές του κόσμου γίνονταν ένα ανάμεσα σε συζητήσεις, μουσική, αλκοόλ, μέχρι και τάβλι (στο οποίο ο υπογράφων διέπρεψε), όχι πίσω από κλειστές πόρτες αλλά με ανοιχτή πρόσκληση σε όποιον ήθελε να γίνει κομμάτι μιας πολυπολιτισμικής γιορτής που δεν είναι δυνατόν να επιβληθεί, αλλά παρέχεται ελεύθερα σε όποιον θέλει να συμμετάσχει σε ένα είδος κοινωνικής ζύμωσης. Και πάντα υπάρχουν αρκετοί πρόθυμοι σε μια επαρχιακή πόλη, που τις μέρες εκείνες αισθάνονται μέλη μιας ομάδας μεγαλύτερης από ότι φαντάζονταν.
Μιλώντας με νούμερα, το φεστιβάλ ολοκλήρωσε ένα δεκαήμερο δράσεων με προβολές σε 8 πόλεις συνολικά 49 ξένων και 25 ελληνικών ταινιών καθώς και 22 εκπαιδευτικά ντοκιμαντέρ. Είχε 2 θεματικούς άξονες (περιβάλλον και ισότητα), έφερε φοιτητές της Σχολής Κινηματογράφου του Αριστοτελείου που έφτιαξαν ταινία μέσα σε λίγα 24ωρα, στήριξε ένα σεμινάριο παραγωγής έργων video art καθώς και project δημιουργίας stop motion animation, έφερε σχολεία στην αίθουσα, οργάνωσε προβολή στο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης – το ακριβές, συνοπτικό και (ελπίζουμε) αξιοποιήσιμο από την πόλη της Λάρισας, «Λάρισα η Πελασγίς, στο διάβα των αιώνων» της Κλεώνης Φλέσσα.
Τα βραβεία
Το φεστιβάλ ολοκληρώθηκε χθες βράδυ με την τελετή λήξης και την απόδοση των βραβείων της φετινής χρονιάς. H κριτική επιτροπή του διαγωνιστικού τμήματος με θέμα την Ισότητα αποτελούμενη από την Lara Lee, τον Robert Rombout και την Στέλλα Θεοδωράκη είδε τις 14 διαγωνιζόμενες ταινίες με εξαιρετικό ενδιαφέρον και εκτίμησε την πολυσχιδή τους αντιμετώπιση σε εξαιρετικά δύσκολα θέματα, που αφορούν την ανθρωπότητα και που υπονομεύουν την Ισότητα και την έννομη τάξη της.
Το πρώτο βραβείο κέρδισε η ταινία «Maid in Hell» (ελληνικός τίτλος: Υπηρέτρια στην Κόλαση), του Δανού Søren Klovborg. Σύμφωνα με το σκεπτικό της επιτροπής: «Θέλοντας να δηλώσουμε την εναντίωσή μας στον τρόπο που εξοντώνουν, βασανίζουν και σκοτώνουν τις γυναίκες τα συστήματα ισχυρών πολιτικών, θρησκευτικών, και οικονομικών κατευθύνσεων, αποφασίσαμε να δώσουμε το ένα από τα δύο βραβεία Ισότητας στο «Maid in Hell» του Δανού Søren Klovborg. Η ταινία αφορά τη διακίνηση υπηρετριών με κατ' αρχήν σκοπό μια πιο εύπορη ζωή που καταλήγει σε' εφιάλτη. Η γυναίκα σκλάβος, από χώρες χώρες της Ασίας και της Αφρικής, χωρίς προσωπική ζωή, χωρίς διαβατήριο, χωρίς νόμιμα δικαιώματα, καταλήγει μέσω διακινητών σε πλούσιους εργοδότες. Οι αυτοκτονίες αθρόες. Ο κυνισμός των διακινητών απέναντι στις γυναίκες που πέφτουν από τα μπαλκόνια για να σωθούν απίστευτος. "Που πάνε;", λέει ένας από αυτούς. "Νομίζουν πως έχει πισίνα από κάτω;". Το "δίκαιο" του ισχυρού καταστρέφει κάθε πολιτισμό, κάθε ανθρώπινη ύπαρξη που δεν μπορεί να αντισταθεί.»

Το δεύτερο βραβείο πήρε η ταινία «What Colour is this world» (ελληνικός τίτλος: Τι χρώμα είναι αυτός ο κόσμος) της Ralitza Dimitrova. Το σκεπτικό «Η κριτική επιτροπή γοητεύτηκε από το αφιέρωμα στην Βουλγαρικής καταγωγής ποιήτρια, Ντανίλα Στρογιάνοβα (Σόφια 1961-Παρίσι 1984). Είναι το πορτρέτο μια γυναίκας που πέθανε τραγικά σε μια νεαρή ηλικία μετά από μάχη με τον καρκίνο. Η Ντανίλα δεν σταμάτησε ποτέ να γράφει, ούτε στις τελευταίες της στιγμές. Αυτό το ποιητικό ντοκιμαντερ πλησιάζει τον ποιητικό κόσμο της και δίνει σε αυτό το ξεχασμένο υλικό μια νέα υπόσταση. Η ταινία μπορεί να μην σώσει τον κόσμο αλλά είναι μια συγκινητική και αληθινή ταινία, μάλλον χαμηλού κόστους αλλά που γοητεύει τις αισθήσεις μας.»
Τιμητικές διακρίσεις πήραν οι ταινίες «Hell and Hope» του Αμίς Σριβαστάβα και «Dancing with Monica» της Άνια Ντάλχοφ. Παράλληλα, το Βραβείο Κοινού για Καλύτερο Ελληνικό Ντοκιμαντέρ πήρε το «Happy Princes» του Πάνου Δεληγιάννη, ενώ το Βραβείο Κοινού για το Καλύτερο Διεθνές Ντοκιμαντέρ κέρδισε το «The Silence of Others» των Αλμουδένα Καρασέντο και Ρόμπερτ Μπαχάρ.







