Χάρις στους «Monos», το εξαιρετικό buzz που έχτισαν στο Σάντανς και το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής, ο Αλεχάντρο Λάντες είδε το όνομά του να μπαίνει δυναμικά το διεθνές φεστιβαλικό κύκλωμα περνώντας διαδοχικά από Βερολίνο, Κάρλοβι Βάρι και Σαν Σεμπαστιάν προτού φτάσει το Νοέμβριο στη Θεσσαλονίκη. Και να φανταστεί κανείς ότι τα παραπάνω αφορούν ένα φιλμ που εμπνέεται από έναν από τους πλέον αθέατους εμφυλίους στον πλανήτη, ένας πόλεμος που εδώ και έξι δεκαετίες σημαδεύει την Κολομβία, χώρα καταγωγής του σκηνοθέτη.
Οι «Monos» είναι μια παραστρατιωτική ομάδα Κολομβιανών εφήβων τοποθετημένων στα υψίπεδα μακριά από την πρώτη γραμμή, η συνοχή της οποίας προοδευτικά αρχίζει να καταρρέει. Πίσω όμως από αυτή την spoiler-free περιγραφή πολλά είναι τα στοιχεία που διεγείρουν το ενδιαφέρον. Από τον τρόπο με τον οποίο το φιλμ προσπερνά την τοπικότητα της αφήγησης του και γίνεται οικουμενικό, θυμίζοντας κάτι από τον «Άρχοντα των Μυγών» και αγγίζοντας θέματα πολύ πέρα από τον ίδιο τον πόλεμο που ξεκινούν από την εξουσία και καταλήγουν στην σεξουαλικότητα και την ταυτότητα φύλου. Ή από το γεγονός πως με εξαίρεση την Αμερικανίδα Τζούλιαν Νίκολσον, οι περισσότεροι συμμετέχοντες στο καστ δεν ήταν ηθοποιοί. Επιπλέον, οι τοποθεσίες των γυρισμάτων είναι το λιγότερο εντυπωσιακές, ξεκινώντας από ομιχλώδη οροπέδια και καταλήγοντας στην πυκνή ζούγκλα, ενώ στο μοντάζ συμμετέχει ο Γιώργος Μαυροψαρίδης.
Ο ίδιος ο Λάντες χαρακτηρίζει τους «Monos» μια εξερεύνηση που απορρίπτει τα δίπολα. Την ίδια στιγμή τους αντιμετωπίζει σαν ένα μοντέρνο πολεμικό φιλμ που καθώς εμπνέεται από τον εξηκονταετή κολομβιανό εμφύλιο, επιλέγει να εστιάσει στην οπισθοφυλακή αντί για το μέτωπο. Ας περάσουμε όμως αναλυτικά σε όσα μας είπε στην συζήτηση που κάναμε μαζί του.
Tη στιγμή που διαχωρίζουμε τον κόσμο σε καλό και κακό, αριστερά ή δεξιά, αγόρι-κορίτσι, οι «Monos» γίνονται μια εξερεύνηση που απορρίπτει τέτοιου είδους δίπολα
Απ’ όσο ξέρουμε οι «Monos» εμπνέονται από τον κολομβιανό εμφύλιο και διατηρούν μια αλληγορικού επιπέδου σύνδεση με τον «Άρχοντα των Μυγών». Ταυτόχρονα, συμμετέχει σε ένα ευρύ φάσμα συζητήσεων που αφορά ελευθερία, εξουσία, σεξουαλικότητα και ταυτότητα φύλου. Ποια ήταν η κύρια ιδέα πίσω από την ταινία;
Ακόμα προσπαθώ να βρω την απάντηση. Η ταινία έχει πολλές αφετηρίες. Καταρχάς προέρχομαι από μία χώρα που βρίσκεται σε εμφύλιο εδώ και εξήντα χρόνια και δεν είχε γίνει ποτέ μια ταινία σχετικά με το θέμα αυτό που να με ικανοποιούσε. Την ίδια στιγμή όμως ο πόλεμος είναι καταλυτικό μέρος της ανθρώπινης φύσης και μας καθορίζει ως είδος. Οπότε πήρα δύο καταλύτες της φύσης μας, την εφηβεία, μια περίοδο δηλαδή που μας σημαδεύει όλους, και τον πόλεμο. Μέσω αυτών κοίταξα την ανθρώπινη κατάσταση: από τη μία την επιθυμία για εξουσία, από την άλλη τον πόθο να αγαπηθούμε.
Πρώτα απ’ όλα όμως νομίζω πως η ταινία απορρίπτει κάθε είδους δυαδική αντίληψη του κόσμου. Τη στιγμή που τον διαχωρίζουμε σε καλό και κακό, αριστερά ή δεξιά, αγόρι-κορίτσι, οι «Monos» γίνονται μια εξερεύνηση που απορρίπτει τέτοιου είδους δίπολα. Και παράλληλα απορρίπτει την ρομαντική ιδέα του πολεμικού φιλμ όπως έχουμε δει σε ταινίες για τον Β’ παγκόσμιο με τα πιο ευδιάκριτα μέτωπα, εκεί όπου ξέρουμε πως οι καλοί και οι κακοί φέρουν διαφορετικές σημαίες. Ωστόσο στις μέρες μας οι πόλεμοι εκτυλίσσονται κυρίως στις σκιές, στο παρασκήνιο. Βλέπεις π.χ. το Ιράκ, το Αφγανιστάν ή τη Συρία: είναι πολύ συγκεχυμένο τι σημαίνει να κερδίσεις τον πόλεμο εκεί, με τις διαχωριστικές γραμμές να αλλάζουν διαρκώς, με επιχειρήσεις μυστικές ακόμα και αν τις ξεδιπλώνουν στρατοί όπως ο αμερικανικός. Κανένας απ’ αυτούς τους πολέμους δεν έχει εκείνα τα επικά μέτωπα του B’ παγκοσμίου με τα οποία είμαστε πολύ πιο εξοικειωμένοι. Υπό αυτή την έννοια αυτό εδώ είναι ένα μοντέρνο πολεμικό φιλμ με αφήγηση που εστιάζει στην οπισθοφυλακή αντί για το μέτωπο.
Αλλά θα εκμεταλλευτώ το γεγονός ότι μιλάω σε ελληνικό μέσο λέγοντας πως ο τίτλος προέρχεται από την ελληνική λέξη «μόνος». Νομίζω πως η βασική πηγή έντασης στην ταινία προέρχεται από την αντιπαράθεση μεταξύ της ομάδας και του ατόμου. Για αυτό αρχικά έχουμε την ομάδα για πρωταγωνιστή αλλά στο τέλος καταλήγουμε με ένα μόνο πρόσωπο. Και θεωρώ επίσης πως η μάχη ανάμεσα στο άτομο και το κοινωνικό σύνολο αποτελεί την βασική πηγή έντασης στις ζωές μας. Είναι ο κυρίως πόλεμος.
Έχουμε εκτεθεί πολύ στο στερεότυπο των βίαιων λατίνων ανδρών σε ταινίες και σειρές, όμως στην ταινία σας βλέπουμε έφηβες γυναίκες και non binary στρατιώτες. Πώς αντιμετωπίζετε το στερεότυπο αυτό;
Είναι ένας από τους λόγους που έκανα την ταινία. Επειδή ένιωθα πως δεν έχουμε δει φιλμ από τα μέρη μου που να ασχολούνται με τον πόλεμο με τρόπο που να με καλύπτει, δίχως καταιγισμό πυρών, τριχωτά στήθη με χρυσές αλυσίδες κλπ.

Ο τίτλος προέρχεται από την ελληνική λέξη «μόνος». Νομίζω πως η βασική πηγή έντασης στην ταινία προέρχεται από την αντιπαράθεση μεταξύ της ομάδας και του ατόμου
Η ταινία έχει ταξιδέψει στα φεστιβάλ κερδίζοντας πολλά βραβεία. Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη αντίδραση από το κοινό που να θυμάστε εντονότερα;
Ξέρεις κάτι; Ήταν πολύ ενδιαφέρον που το φιλμ προσκλήθηκε σε πολλά φεστιβάλ που ειδικεύονται στο στοιχείο του φανταστικού και την επιστημονική φαντασία. Και την ίδια στιγμή άλλοι το αντιμετώπιζαν σαν κάτι εντελώς ρεαλιστικό, ξεκάθαρα βγαλμένο από την πραγματικότητα. Οπότε συνολικά έμοιαζε να ισορροπεί μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Νομίζω πως αυτή η διαφοροποίηση αναφορικά με την αντιμετώπιση της ταινίας ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.
Όμως θυμάμαι το κοινό από φεστιβάλ χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, της Ουγγαρίας, της Σλοβενίας, της Ρουμανίας και της Ουκρανίας. Είχε ενδιαφέρον πώς συνδέθηκε με την ταινία κόσμος που είχε βιώσει σχετικά πρόσφατα ανάλογες πολεμικές συρράξεις, εμφύλιο, σύνορα διάτρητα ή μάχες μεταξύ πολιτών. Στις ΗΠΑ αντίθετα διατηρούν μια πιο ρομαντικοποιημένη ανάγνωση του πολέμου και θέλουν καθαρές ιδεολογικά αντίπαλες πλευρές, θέλουν να είναι σαφής ο λόγος που πολεμάμε. Μερικές φορές συνέκριναν την ταινία με εκείνες του Χέρτζογκ. Όμως εκεί, ο Αγκίρε για παράδειγμα είναι ένας ξένος σε ξένη χώρα, ενώ εδώ οι «Monos» είναι ντόπιοι.
Γενικά χαίρομαι που το φιλμ δούλεψε τόσο καλά στο εξωτερικό. Όμως για μια χώρα σαν την Κολομβία, σημαδεμένη για εξήντα χρόνια από τον πόλεμο και με πολύ μικρή πορεία στον κινηματογράφο, τούτο το φιλμ ήταν κάτι ριζοσπαστικό. Τις πρώτες μέρες κυκλοφορίας κανείς δεν πήγε να το δει, οι αριστεροί το θεώρησαν δεξιά προπαγάνδα και οι δεξιοί πως ήταν κομμουνιστικό, όμως σταδιακά μάζεψε κοινό και έφτασε να γίνει το πιο προβεβλημένο κολομβιανό φιλμ της χρονιάς.
Κάνατε γυρίσματα σε εντυπωσιακές τοποθεσίες. Πόσο δύσκολο ήταν, ειδικά από τη στιγμή που δουλέψατε κυρίως με ερασιτέχνες ηθοποιούς;
Ήταν ζόρικο. Σίγουρα έχουν ειπωθεί πολλά για γυρίσματα σε συνθήκες σαν κι αυτές, από το «Αποκάλυψη Τώρα» μέχρι τις ιστορίες του Χέρτζογκ, αλλά σε αυτό το φιλμ μπορώ να πω ότι όλοι έβαλαν τα κλάματα κάποια στιγμή, εμού συμπεριλαμβανομένου. Κάποια στιγμή με πήραν σηκωτό από το σετ όταν έφτασα στα όριά μου. Μιλάμε για ένα φιλμ γεμάτο σημειώσεις, ανήλικους ερασιτέχνες ηθοποιούς, ζώα, ελικόπτερα, υποβρύχιες λήψεις, ψηφιακά εφέ, ειδικά εφέ, απόμερες τοποθεσίες όπου το κλίμα αλλάζει άρδην από τη μία στιγμή στην άλλη. Ήταν έντονο!

Στις μέρες μας οι πόλεμοι εκτυλίσσονται κυρίως στις σκιές, στο παρασκήνιο
Συνεργαστήκατε με τον Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μοντάζ, όπως και με τον Θύμιο Μπακατάκη στο προηγούμενο φιλμ σας (σ.σ. «Porfirio»). Πώς προέκυψαν αυτές οι συνεργασίες;
Ανακάλυψα τον Θύμιο την περίοδο που αναζητούσα διευθυντή φωτογραφίας για το «Porfirio» (2011), τότε που ο Ισπανός διανομέας του «Κυνόδοντα» μου έδειξε την ταινία πολύ πριν φτάσει στα Όσκαρ. Έτσι επικοινώνησα με τον Θύμιο ο οποίος δεν είχε κάνει μέχρι τότε ταινία εκτός Ελλάδας και εκείνος με τη σειρά του με γνώρισε στον Γιώργο. Κάπως έτσι ήρθα σε επαφή μαζί τους. Καλοί άνθρωποι, «γαμάτοι» (σ.σ. το λέει σε σπαστά ελληνικά).
INFO
Η ταινία «Οι Monos» κυκλοφορεί στις αίθουσες 6 Φεβρουαρίου από την Filmtrade







