Με Viva La Tristeza! ξεκινά ο αγαπημένος μας Ισπανός τη νέα του ημερολογιακή καταχώρηση, τρομάζεις λίγο μην και τον έχει καταβάλλει, ευτυχώς όμως όχι, είναι απλώς ένας τίτλος, ο Πέδρο κρατάει γερά, το αυτό να ευχόμαστε και για όλους.
Βέβαια η αντοχή, όπως και στον καθέναν μας, ποικίλει. Πρώτα υγειονομικά αλλά οπωσδήποτε και οικονομικά, δεν είμαστε όλοι στην ίδια θέση. Και ο Πέδρο μπορεί να μην έχει την οικονομική ανησυχία, έχει όμως, όπως και πολλοί από εμάς, να αντιμετωπίσει το φορτίο μια γενικής κατάστασης που σε πολιορκεί διαρκώς και δύναται να σε υποβάλλει.
Στην πιο πρόσφατη καταχώρησή του ο Αλμοδόβαρ, με λιγότερο μπρίο πάντως από άλλες φορές, αναφέρεται στην πληττόμενη κοινωνική ζωή, αρχιζει να νοσταλγεί του….χρόνου μήπως πάει στη Μάλαγα να συμμετάσχει σε όλες τις πασχαλινές εκδηλώσεις, που τον καλεί συστηματικά και ο Μπαντέρας. Σκέφτεται πώς να επηρεάζεται και το σεξουαλικό έντστικτο, τώρα που εχει καταβληθεί η σεξουαλική «συνήθεια», παρεμβάλλοντας ότι ο ίδιος παρατηρεί τη λίμπιντό του τελείως ναρκωμένη, «η ανησυχία και η θλίψη παραμέρισαν τις ερωτικές φαντασιώσεις».
Κι αφού περιηγηθεί παραπονεμένα την ισπανική κρατική στάση απέναντι στον πολιτισμό, σε σύγκριση με την Γαλλία και τη Γερμανία ας πούμε, αφού βρει μια ωραία ιδέα για σενάριο στην παράταιρη συγκατοίκηση ενός μοναχικού πελάτη σεξουαλικών επαγγελματιών με έναν από αυτούς, ο σκηνοθέτης θα προστρέξει και πάλι στο σινεμά για προτάσεις ταινιοθεραπείας, με ολίγη ομοιοθεραπευτική διάθεση όμως. Τουτέστιν «λυπημένες ταινίες», έρωτα που χάθηκε στα μισά:
«Strangers When We Meet» (1960) του Ρίτσαρντ Κουίν, με τον φανταστικό ελληνικό τίτλο «Θα Ανταμώσουμε Σαν Ξένοι», πλήρως (και αδίκως) μακρινό ρομαντικό δράμα, από τον σκηνοθέτη που αγάπησε και έβγαλε στο πανί την Νόβακ (στο «Pushover» του '54).
«Το Τέλος Μιας Σχέσης» (1999) του Νιλ Τζόρνταν, ο Πέδρο διάλεξε τη νεότερη εκδοχή, ορθά έπραξε και κατά τη γνώμη μας, πρόκειται περί αριστουργήματος βέβαια, ωστόσο είναι πράγματι μια εξόχως λυπημένη ταινία, οι εύθραυστοι ας το αφήσουν για καλοκαιρινότερους μήνες. Οι τολμηροί θα αναγνωρίσουν πάντως και μια βαθύτερα ελπιδοφόρα ψηφίδα, που το απογειώνει – τυπικά και ουσιαστικά.
«Το Γράμμα μιας Άγνωστης» (1948) του Μαξ Οφίλς – μια βασική επιλογή εδώ που τα λέμε – ένα ρομαντικό δράμα απείρου κάλλους και σημασίας, μια ερωτική ιστορία «εντυπωσιακής φινέτσας», λέει ο Πέδρο, «η επιτομή του ρομαντικού σινεμά», επιλέγει. Δεν το λέμε εμείς, το λέει ο Αλμοδόβαρ.
«Ασανσέρ για Δολοφόνους» (1958) του Λουί Μαλ, από τη μουσική και την Μορώ να περπατά στους βρεγμένους δρόμους του Παρισιού οφείλεις να έχεις πειστεί, αρκούν ισόβια.
«Καλημέρα Θλίψη» (1958) του Όττο Πρέμινγκερ, εύγλωττο, με τον Αλμοδόβαρ να θυμάται την ήδη αγορίστικη κώμη της Σίμπεργκ, τον Νίβεν, την Ντέμπορα Κερ, εμείς προσθέτουμε την Ζιλιέτ Γκρεκό. Έχει δίκιο ο Πέδρο που επιμένει στην δεκαετία του '50 είναι, γενικώς κινηματογραφικώς, απλησίαστος ο ρόλος της.
«Η Νύχτα» (1961) του Μικελάντζελο Αντονιόνι, Μαστρογιάνι, Μορώ, Βίττι και «ο τελικός μονόλογος της Μορώ είναι από τα ομορφότερα και λυπητερότερα πράγματα που μπορώ να θυμηθώ», λέει ο Αλμοδόβαρ.
«Οι Βιτελόνοι» (1953), δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Αλμοδόβαρ θα διάβαζε το ισπανικό cinemagazine, «μια από τις μείζονες δουλειές του Φελίνι, με τον αξέχαστο Αλμπέρτο Σόρντι», όπως επισημαίνει.
«Το Απαλό Δέρμα» (1964) του Φρανσουά Τριφώ – «Αμαρτωλές Σχέσεις» για τον, επίσης, αμαρτωλό τότε Έλληνα «εκμεταλλευτή ταινιών», που καταστρέφει την χροιά μιας απολύτως ταιριαστής στο κλίμα επιλογής του Αλμοδόβαρ, «με μια Ντορλεάκ σε όλη της την δόξα, ένας από τους αγαπημένους μου Τριφώ».
«In A Lonely Place» (1950) του Νίκολας Ρέι – αφήνουμε το «Διψασμένος για Ηδονή» της ελληνικής διανομής να μας διασκεδάσει λίγο πριν βυθιστούμε στο αριστούργημα του Ρέι, με ένα από τα αξέχαστα λυπημένα φινάλε της ιστορίας, πιστοποιώντας ξανά ότι ο όχι τυχαία αγαπημένος δημιουργός μας..διαβάζει.






