Ζωγράφος αλλά και πυγμάχος, συγγραφέας αλλά και στρατιώτης του ιππικού, πολυταξιδεμένος και λάτρης της περιπέτειας, ο Χέμινγουεϊ του σινεμά, όπως τον αποκαλούσαν, Τζον Χιούστον, άφησε μια παρακαταθήκη 37 ταινιών που απλώνονται σε 5 δεκαετίες και διαπερνούν τα περισσότερα κινηματογραφικά είδη.
Ως καλλιτέχνης που αντιλήφθηκε νωρίς ότι δεν θα είχαν νόημα οι γνώσεις αν δεν ζούσε από κοντά, με ένταση και πάθος, τη μεγάλη περιπέτεια της ζωής, ο Χιούστον δεν έκρυψε ποτέ την αδυναμία του σε χαρακτήρες που μοιράζονταν κοινά στοιχεία με τον εαυτό του: οι τυχοδιώκτες, οι ξεροκέφαλοι, οι ασυμβίβαστοι και οι επίμονοι αμφισβητίες πρωταγωνίστησαν στο έργο του δίνοντας μια ξεχωριστή γοητεία στη, συνήθως αρνητική, έννοια «loser».

Εξαιρετικός σεναριογράφος, ως τέτοιος μπήκε στην κινηματογραφική βιομηχανία για μια δεκαετία μέχρι το σκηνοθετικό του ντεμπούτο στο «Γεράκι της Μάλτας», δεν δίστασε να αναλάβει μεγάλα έργα της κλασικής και σύγχρονης λογοτεχνίας που συνοδεύονταν από τη σημείωση πως είναι αδύνατο να μεταφερθούν στο σινεμά. Μετέτρεψε τη ρουτίνα της σκηνοθεσίας σε πρόκληση, πρωταγωνίστησε σε τρικυμιώδεις ιστορίες στα γυρίσματα αλλά ήξερε να παίρνει πάντα το καλύτερο από τους ηθοποιούς του, καταφέρνοντας να στείλει τον πατέρα και την κόρη του στα Όσκαρ.
Το υποψήφιο για τρία βραβεία Όσκαρ «Το Γεράκι της Μάλτας» είναι το αρχετυπικό φιλμ νουάρ του αμερικανικού σινεμά και ένα από τα καλύτερα ντεμπούτα σκηνοθετών που έγιναν ποτέ. Η ταινία σηματοδότησε το ξεκίνημα ενός νέου κινηματογραφικού είδους, τη γέννηση ενός διαχρονικού σταρ και την αρχή μιας υπέροχης φιλίας και συνεργασίας μεταξύ των Χιούστον και Μπόγκαρτ.

Το εντυπωσιακό ντεμπούτο του Τζον Χιούστον που μετέτρεψε τον Μπόγκαρτ σε σταρ, είναι κοντά, σε βεληνεκές, με εκείνο του Όρσον Γουέλς στον «Πολίτη Κέιν» την ίδια χρονιά, γεμάτο νεωτεριστικές γωνίες λήψης και «έξυπνους» φωτισμούς που έχουν ρόλο στην αφήγηση, παρουσιάζοντας το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται ένας ντετέκτιβ, ο Σαμ Σπέιντ, που μπλέκει με επικίνδυνους άνδρες και μοιραίες γυναίκες κατά την αναζήτηση ενός μυστηριώδους αγαλματιδίου.
Η ταινία που συνήθως αναφέρεται ως το «πρώτο φιλμ νουάρ», όχι για το περιεχόμενό της αφού τα στοιχεία που χαρακτήρισαν το είδος υπήρχαν ήδη σκόρπια στο αμερικανικό σινεμά, αλλά για το ότι καθόρισε τους αισθητικούς και αφηγηματικούς κανόνες του κυρίαρχου είδους των επόμενων ετών μέσα από μια σειρά καινοτομιών που οραματίστηκε ένα φρέσκο πρόσωπο της βιομηχανίας.






