Βιβλία της έχουν πολυαγαπηθεί. Μέρος της αγάπης αυτής έχει μετατραπεί και σε κινηματογραφικό ενδιαφέρον, αρχής γενομένης βέβαια από τον Άλφρεντ Χίτσκοκ που αγόρασε τα δικαιώματα του ο «Άγνωστος του Εξπρές» το 1951. Η 27χρονη συγγραφέας ερχόταν στο σινεμά για να μείνει.
Στην συνέντευξη ο Πέρι την περιγράφει ως απολύτως συνεργάσιμη, παρότι έχει καεί από παλιότερες, ανέκαθεν σπάνιες, συνεντεύξεις. «Ο Τζ. Ντ Σέιλιντζερ κάνει σωστά που δεν δίνει συνεντεύξεις και διαλέξεις», λέει η Χάισμιθ.
Παρ' όλ' αυτά δεν της αρέσει καθόλου όταν την αποκαλούν «ερημήτισσα», λέγοντας ότι προτιμά να ζει σε μια χώρα που είναι ήσυχη. Δεν έλεγε ποτέ ποια ειναι η χώρα αυτή, αν και ήταν γνωστό ότι διέμενε στο ιταλικό κομμάτι της Ελβετίας. «Εδώ μεταγλωττίζουν στα ιταλικά τις ταινίες του Γούντι Άλεν», λέει. Στην Ελβετία η Χάισμιθ έζησε μόνη της. «Δεν θέλω κανέναν στο σπίτι όταν γράφω, ούτε την γυναίκα που καθαρίζει το σπίτι. Δουλεύω 4-5 ώρες την ημέρα, συνήθως, επτά φορές την εβδομάδα. Δεν έχω τηλεόραση, την απεχθάνομαι, ακούω όμως BBC μες τη νύχτα, κλείνω τα πάντα, ξαπλώνω και ακούω ραδιόφωνο».

Ο Αλέν Ντελόν ήταν τέλειος για εκείνη στο «Γυμνοί στον Ήλιο» (1959). «Όμως το τέλος δεν είναι δικό μου»…
Και οι ταινίες από τα έργα της πώς της φαίνονται;
Λάτρεψε τον Ρόμπερτ Γουόκερ, τον Μπρούνο στον «Άγνωστο του Εξπρές». «Ήταν έξοχος. Είχε κομψότητα, χιούμορ και την ορθή στοργή για την μητέρα του», λέει σαρδόνια. Δεν της άρεσε όμως η Ρουθ Ρόμαν (ο ρόλος της σχέσης του Φάρλεϊ Γκρέιντζερ), ούτε η επιλογή του Χίτσκοκ να αλλάξει τον τελευταίο από αρχιτέκτονα σε πρωταθλητή του τένις.

Μίλησε με τον Χιτς μόνο μια φορά, όταν προετοιμαζόταν το έργο. «Ήμουν στη Νέα Υόρκη, ήταν στο Λος Άντζελες. Με κάλεσε να μου πει ότι ήταν σε μπελά γιατί είχε διώξει έναν σεναριογράφο του – τελικά πήρε τον Ρέιμοντ Τσάντλερ για το τελικό σενάριο». Τον επίσης διάσημο συγγραφέα η Χάισμιθ δεν τον συνάντησε ποτέ, ούτε κάποιον που να έγραφε ποτέ ανάλογης θεματολογίας έργα. «Δεν τα διαβάζω. Μόνο τον αφέντη: τον Ντοστογιέφσκι. Ή τον Γκρέιαμ Γκριν» – που ήταν μέγας θαυμαστής της και αλληλογραφούσαν. Έχω το τηλέφωνό του αλλά δεν θα το χρησιμοποιήσω ποτέ. Οι συγγραφείς θέλουμε να είμαστε μόνοι».
Όμως η Χάισμιθ δεν αγαπά το σινεμά. Ούτε θέλει να βλέπει ταινίες, ούτε έχει δει πολλές από τις μεταφορές έργων της. Δεν είδε ποτέ το «Once You Kiss a Stranger» (1969) («ο Θεός ξέρει ότι αυτό έγινε πίσω από την πλάτη μου!») και πολλά από αυτά που είδε τα σιχάθηκε. Βρίσκει συμπαθές το «Le Meurtrier» του Ωτάν-Λαρά με τον Μορίς Ρονέ (πολύ παραπάνω από συμπαθές), ενώ την εποχή της συνέντευξης ήταν σε διαπραγματεύσεις για ένα ριμέικ. Έπρεπε να διαλέξει ανάμεσα σε ένα Ιταλό παραγωγό και τον Κλοντ Σαμπρόλ.

Le Meurtrier (ε.τ. «Δύο Περίεργα Εγκλήματα») με τους Μορίς Ρονέ και Μαρίνα Βλαντί
Περί της παρατηρηθείσας (από τους κριτικούς) ομοφυλοφιλικής διάστασης των μυθιστορημάτων του Ρίπλεϊ λέει: «Δεν νομίζω ότι ο Ρίπλεϊ είναι γκέι. Εκτιμά την καλή ανδρική εμφάνιση, αλήθεια αυτό. Αλλά σε αργότερα βιβλία νυμφεύεται. Δεν ισχυρίζομαι ότι είναι ισχυρός στο θέμα σεξ. Αλλά το χρέος του το κάνει με τη γυναίκα του. Ωστόσο ο τρόπος του με τον Τζόναθαν έχει μεγάλη σχέση με την ομοφυλοφιλία».
Η Χάισμιθ συνάντησε τον Βέντερς στην εποχή του «Αμερικανού Φίλου», όταν εκείνος ήθελε να διασκευάσει έργα της που είχαν ήδη κλειστεί. «Τον συμπάθησα από την αρχή. ήταν οκ. Η καλλιτεχνική του ποιότητα, ο ενθουσιασμός του». Τελικά του έδωσε το «Ripley's Game» που ολοκλήρωνε εκείνη την εποχή, το οποίο ο Βέντερς λάτρεψε ευθύς αμέσως και η ταινία είναι ιστορία. «Οι φιλοσοφίες-μονόλογοι όμως του Ντένις Χόπερ στην ταινία δεν είναι γραπτό μου».

Όμως είπαμε, η Χάισμιθ βαριέται το σινεμά, βαριέται και την συζήτηση για τις ταινίες, ακόμα και τις βασισμένες σε βιβλία της. Άλλωστε δεν ενδιαφέρεται από την στιγμή που έχουν δοθεί τα δικαιώματα, όπως δεν την απασχολεί και η σεναριογραφή («σας το λέω προσπάθησα 2-3 φορές και απέτυχα»). «Δεν θέλω να γνωρίζω σκηνοθέτες του σινεμά. Δεν θέλω να είμαι κοντά τους. Δεν θέλω να ανακατεύομαι στα πόδια τους. Δεν θέλω να ανακατεύονται εκείνοι στα δικά μου».
Σπάνια έβλεπε ταινίες. Στα τέλη του '70 την είχαν βάλει Πρόεδρο της Κριτικής Επιτροπής στο Φεστιβάλ του Βερολίνου (!): «Δεν ήμουν ιδιαίτερα καλή σ' αυτό. Οι επιτροπές αυτές είναι θέμα πολιτικής. Κάτι τύποι από τον Τρίτο Κόσμο ήθελαν να γεμίσω βραβεία μια Κομμουνιστική ταινία που δεν βλεπόταν».
Και ο Πέρι έκανε και μια τελική ερώτηση, την αναμενόμενη: «Έχετε αγαπημένη ταινία;» για να πάρει την απάντηση: «Όχι. Ούτε 'Πολίτης Κέιν', ούτε 'Καζαμπλάνκα'. Όχι όχι». Και μετά χαμογελά: «Ίσως το 'Όσα Παίρνει ο Άνεμος' και είναι και σπουδαίο βιβλίο επίσης».
Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το απολαυστικό άρθρο εδώ.







