• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Μπερτράν Ταβερνιέ (1941-2021): Αποχαιρετισμός στην ψυχή του γαλλικού σινεμά των τελευταίων 50 ετών

26 Μαρ 2021 | Θέματα | 0 comments

Ένα μήνα πριν τα 80 του, έφυγε μια φυσιογνωμία των κινηματογραφικών γραμμάτων, που ένωσε την διανόηση, την σινεφιλία και την ανθρωπιά της χρυσής ευρωπαϊκής εποχής.
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Αναπόφευκτα ένας κριτικός αντιμετωπίζει συχνά την κριτική του αναγνώστη: «Μα όλοι ‘μεγάλοι’ πια;». Θα ήμουν από τους πρώτους που θα συμφωνούσαν ότι η υπερβολή σκοτώνει τη σημασία των λέξεων. Ο μέτριος κριτικός, εν μέρει αυτός που προσπαθεί να μαγνητίσει το βλέμμα του επιπόλαιου, επιρρεπή στον εντυπωσιασμό αναγνώστη, καταφεύγει συχνά στα υπερθετικά ξεχνώντας ότι στον αδαή (αλλά όχι μόνο) αυτό φαίνεται αδιάκριτη στάση. Ωστόσο υπάρχει και η άλλη όψη. Μια Τέχνη χρειάζεται πολλούς για να αποκληθεί τέτοια, πολλοί συμβάλλουν στην σκέψη και την αισθητική της. Κι όσο περισσότερο μελετά κανείς, τόσο αναδεικνύονται λιγότερο εμφανείς υπηρέτες του σημαντικού. Ένας τέτοιος ήταν ο Μπερτράν Ταβερνιέ.

Ο γεννημένος στη Λυών δημιουργός δεν ήταν μόνο σκηνοθέτης σειράς ταινιών που χαρακτηρίζονται από ένα ρυθμικό βλέμμα, μια ιστορικοπολιτική εγρήγορση, μια έμψυχη εννόηση της ατμόσφαιρας και μια βαθιά γνώση του σινεμά. Ήταν ένας ευρυμαθέστατος διανοητής. Ήταν ένας υπηρέτης της σκέψης κι ένας (ευθέως!) «προαγωγός» κινηματογράφου, που χωρίς (και) αυτόν δημιουργοί και έργα θα ήταν λιγότερο γνωστά κι εκτιμημένα.

Μικρό παιδί, πριν καλά-καλά κλείσει τα 20 του, άρρωστος λάτρης του κινηματογράφου ήδη, παρουσιάστηκε στον Ζαν-Πιερ Μελβίλ ζητώντας δουλειά. Τι δουλειά, ασπούδαστος είσαι, άπειρος είσαι, τι δουλειά, θα τον ρώτησε ο Μελβίλ, πίσω από τα Στέτσον του. Κι όμως τον παρέσυρε με τον ενθουσιασμό του και τον έκανε βοηθό του στον «Εφημέριο» του ’61 με τον Μπελμοντό. Μια μέρα ο Ταβερνιέ είδε το «Moonfleet» του Λανγκ (ένα ωραίο σαν πειρατικό, με τον Στιούαρτ Γκρέιντζερ, από τα φαινομενικά «εκτός κανόνα» του σκηνοθέτη) και του άρεσε τόσο που πολιόρκησε τον Μελβίλ μέχρι να το δει κι αυτός. Άλλος άρρωστος σινεφίλ κι εκείνος το είδε, μπορεί να του άρεσε μπορεί και όχι, αλλά σκέφτηκε να κάνει πλάκα στον μικρό κι έβαλε όλο το συνεργείο να μην του μιλάει για τρεις μέρες. Ο Ταβερνιέ πληγώθηκε τόσο που αυτοανακηρύχθηκε σε χειρότερο βοηθό σκηνοθέτη όλων των εποχών και υπέβαλλε την παραίτησή του. Ο Μελβίλ δεν το δέχθηκε αλλά αντ’ αυτού τον έβαλε επικεφαλής προώθησης της επόμενης ταινίας του, του «Le Doulos» (1962)!

Έτσι ξεκίνησε η πρώτη καριέρα του Ταβερνιέ, το έναυσμα της ευρυμάθειάς του, ο λόγος που σταδιακά έφτασε να είναι ένας γκουρού του σινεμά. Έγινε υπεύθυνος προώθησης μετέπειτα διάσημων ταινιών, με την νουβέλ βαγκ ειδικά (Γκοντάρ, Βαρντά, Ροζιέ, Σαμπρόλ) παραμάσχαλα δική του. Αλλά όταν λέμε προωθούσε, μην φανταστείτε το 9 με 5 σημερινών υπαλλήλων που ούτε ιδέα περί σινεμά έχουν, ούτε επιθυμούν να αποκτήσουν. Μιλάμε για πάθος που έβρισκε τρόπους να κάνει την ταινία γνωστή ως αυτό που είναι – ένα μικρό ή μεγάλο πολιτισμικό γεγονός. Έπαιρνε συνεντεύξεις κι έγραφε (για το Ποζιτίφ, για τα Cahiers du Cinema του Ρομέρ, μεταξύ άλλων), ήταν παρών καθημερινά σε ολόκληρη τη διαδικασία των γυρισμάτων, μιλούσε, «προσηλύτιζε». Λίγα χρόνια αργότερα θα συναντούσε τον Πιερ Ρισιέν, αυτόν τον μαικήνα του κινηματογράφου, και στην σινεματέκ που είχαν στο Παρίσι θα ήταν συνυπεύθυνος στην ιστορική στιγμή που γνωστοποίησε έργα και δημιουργούς στην σινεφίλ κοινότητα. Χωρίς την συνδρομή του Ταβερνιέ πολλά από αυτά που εμείς θεωρούμε δεδομένα, θα ήταν χαμένα σε τάφρους χρόνου και σκονισμένες αποθήκες.

Μίλησε με τους μεγαλύτερους δημιουργούς, λάτρεψε τον Φορντ, τον Ρενουάρ, τον Μπεκέρ, τον Καζάν, τον Χιούστον, τον Τουρνέρ, έφερε στο φως στυλίστες που ο προβολέας ξέχασε να φωτίσει (τον Γκαρνέτ, τον Χάθαγουεϊ, τον Πάρις, τον Ούλμερ), αλλά δεν παρέλειπε να «είναι εκεί» και στην δημιουργία του νέου και άξιου. Ο Ταβερνιέ ήταν ο άνθρωπος που ως ενδιαφερόμενος δημιουργός (ενδιαφερόμενος εν αντιθέσει του αυτιστικός) ήθελες να έχεις κοντά σου. Όπως οι καλύτεροι δάσκαλοι ήταν γλυκός, παθιασμένος, ευρυμαθής και άτεγκτος. Σε μια εποχή που ήταν «μαγκιά» να μιλάς για ταινίες, υπήρξε (μέχρι τέλους) ένας από τους ωραιότερους συζητητές.

Και, βέβαια, έκανε και ταινίες. Ορισμένες εκ των οποίων υπέροχες. Ξεκινώντας από τον «Ωρολογοποιό του Σεν Πολ» (1974), Αργυρή Άρκτος στο Βερολίνο, μια από τις ορισμικές μεταφορές Σιμενόν και ένα εγκαίνιο της συνεργασίας του με τον Φιλίπ Νουαρέ που θα διαρκούσε αρκετές ταινίες. Ή με το «Ανακριτής και Δολοφόνος»(1976), ξανά με τον Νουαρέ απέναντι στον Μισέλ Γκαλαμπρί και μια νεαρότατη, ήδη έξοχη, Ιζαμπέλ Ιπέρ. Ή εκείνο το ελαττωματικό μεν, αξέχαστο δε «Προμελετημένη Δολοφονία», με μια ξανά προφητική Ρόμυ Σνάιντερ κι έναν αμήχανο αλλά εκτιμητέο Χάρβεϊ Καϊτέλ σε μια δοκιμή δυστοπικής επιστημονικής φαντασίας.

Διαγωνιζόμενη σαν «καλύτερη» στιγμή του, το ’81 έρχεται «Το Ξεκαθάρισμα», με έναν ιδεωδώς επιλεγμένο Νουαρέ ξανά – και Ιπέρ επίσης. Θα φτάσει ως τα Όσκαρ σαν Καλύτερη Ξένη ταινία, θα φτάσει και σε 10 υποψηφιότητες Σεζάρ. Ή πώς να ξεχάσεις το «Μια Κυριακή στην Εξοχή», ίσως την καλύτερη ταινία του, ένα έργο παρατήρησης, μουσικής ψυχής, ανασασμών ενός άλλου αγαπημένου του, από την μακρινή Ανατολή αυτός, του Γιασουτζίρο Όζου. Εδώ έφτασε και στον Φοίνικα της Σκηνοθεσίας στις Κάννες, ενώ πήρε και ένα (από τα τέσσερα συνολικά) Σεζάρ του, εδώ για Σενάριο.

Το 1986 ερχόταν το «Round Midnight», πολυσυζητημένο τότε και ίσως από τα ελάχιστα γνωστότερα του ως σήμερα, με «και για» τον Ντέξτερ Γκόρντον, τον μείζονα τζαζ μουσικό, σε μια εμπνευσμένη επιλογή και σε μια αποθέωση της γαλλικής αμερικανοφιλίας που κατάφερε για την αμερικανική κουλτούρα όσα η ίδια συχνά δεν κατάφερνε για τον εαυτό της.

Όμως ο Ταβερνιέ έκανε και πολλά ντοκιμαντέρ, που μαζί με μέρος του σινεμά του πήγαζαν από την ηθική επιλογή που του «επέδωσε» τρόπον τινά ο συγγραφέας πατέρας του με την αντιναζιστική του δράση. Το παράδειγμα του πατρός του έγινε υπόδειγμα μιας στάσης ζωής, που πέρα από ευαίσθητη, ήταν στοχαστική, ενεργή, ωσμωτική της φιλομάθειας, της κοινωνικότητας, της πνευματικότητας, του πάθους.

Θα επιμείνω κλείνοντας σε δύο στιγμές του. Πρώτα στο αμερικανικό του πέρασμα στην «Καταιγίδα στην Ομίχλη» (2009) με τον Τόμι Λι Τζόουνς, ένα έργο όχι ελεύθερο αδυναμιών και μια εμπειρία που τελικά δεν του ήταν ευχάριστη. Δεν ξέρω πόσο εκτίμησε ακόμα παραπάνω από αυτό ο Ταβερνιέ τους Αμερικανούς δημιουργούς, βλέποντας πόσο δύσκολο είναι να αντέξεις τα ποικίλα βάρη της αμερικανικής παραγωγής – «είναι όλα τόσο πιο εύκολα στη Γαλλία» είπε μετά. Εμείς πάντως είδαμε στο πανί ένα διαπολιτισμικό χώνεμα Γαλλίας-Αμερικανικού Νότου που περιείχε την ορθολογική σαφήνεια, τον γαλλικό ντετερμινισμό, την απέραντα μουσική αίσθηση και τον μυστικισμό της Νέας Ορλεάνης, όλα τους σε ένα μίγμα λουσμένο στον ανθρωπισμό ενός δημιουργού που ποτέ δεν φώναζε αλλά διαρκώς διεμήνυε.

Κι έπειτα στην ανυπέρβλητη διαθήκη του, το «Voyage à travers le cinéma français» (2016), που την επόμενη χρονιά θα γινόταν και σειρά 10 επεισοδίων, ένα εκπληκτικό προσωπικό χρονικό του γαλλικού σινεμά, μια ξενάγηση από τον πιο αρμόδιο άνθρωπο. Για τον σινεφίλ και δη για εκείνον που αγαπά το γαλλικό σινεμά, που ξεπερνά (ή και υπερβαίνει) την επιρροή της νουβέλ βαγκ (που ο Ταβερνιέ αγάπησε όσο λίγοι, πάντως), αυτό είναι ένα πόνημα (τουλάχιστον) ισάξιο της δουλειάς του Σκορσέζε για το αμερικανικό σινεμά, διανθισμένο όμως εδώ από την γνήσια διανοούμενη αίσθηση που δεν ξεχνά ποτέ τους ανθρώπους της.

Μεγάλη απώλεια, μικρή δυστυχώς η απήχησή της στις προτεραιότητες μιας άγριας εποχής, που γίνεται ακόμα τραχύτερη με την απουσία του. Μαζί του χάνεται όχι μόνο ένα λεξικό αναφοράς σινεφιλίας, αλλά και μια έμψυχη (και εύψυχη) εστία πνευματικότητας.
Ελαφρύ το χώμα δικέ μας άνθρωπε Μπερτράν Ταβερνιέ.

Μια γλυκιά ανάμνηση του Αμερικανού κριτικού Τοντ ΜακΚάρθι, που δίνει ένα μικρό δείγμα του ανθρώπου Ταβερνιέ, εδώ.  

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ