Είναι κάποια φαινόμενα των καιρών, που λίγο μεγαλύτερος να είσαι δεν καταπίνονται. Γιατί πώς αλλιώς να εξηγήσεις το φαινόμενο της εξωφρενικής πολιορκίας ενός ανθρώπου (και της οικογένειάς του) που δεν αποκλείεται διόλου να του απαγγελθούν κατηγορίες ανθρωποκτονίας, από μανιασμένους…φωτογράφους, που αγνοούν ακόμα και το όνομα της θανούσης και ρωτούν πράγματα όπως «πώς αισθάνεστε;» και «αν μιλάτε με την οικογένειά της».
Θα ρωτήσει κανείς και πώς θα γράψουν είδηση τα ΜΜΕ, πώς θα ανέβουν αναγνωσιμότητες, θεαματικότητες κι όλα τα παρελκόμενα. Σωστό, από μια πλευρά, αν και στην περίπτωσή μας εδώ, ιδού η παραπομπή και όποιος ενδιαφέρεται ας παραπεμφθεί. Η ιστορία της συνέντευξης ενός ανθρώπου στην θέση του δεν επιδέχεται κανένα βάρος λόγω της διασημότητας και, αν μας ρωτάτε, παρά την ευγένειά του να απαντήσει, έστω όπως λέει για να τους ξεφορτωθεί, είναι και αυτό ένα σφάλμα. Μετά από κάτι τέτοιο κλείνεσαι μέσα, κλείνεις τα social media, βοηθάς όποιον μπορείς να του παρασταθείς και περιμένεις το πόρισμα της έρευνας.
Ειδήσεις του τύπου «η γνώμη του Άλεκ Μπόλντουιν για τα όπλα στα κινηματογραφικά πλατώ», «τα συλλυπητήρια στην οικογένεια» και τα «πώς αισθάνεστε», όλα στη μέση ενός επαρχιακού δρόμου με τα κινητά να τραβάνε και την σύζυγο να μαγνητοσκοπεί μία τον σύζυγο και μία τους παπαράτσι, ναι μεν πιστοποιούν ότι αυτή είναι η εποχή που βλέπει την πραγματικότητα μέσα από οθόνες, αυτή είναι και μια κοινωνία που δεν καταλαβαίνει ούτε από πένθος, ούτε από ιερότητα πραγμάτων, ούτε ακόμα-ακόμα και από το τι σημαίνει ενεργή έρευνα και δεν μιλά κανείς σε κανέναν.
Ίσως τελικά το ότι δεν τηρείται τίποτα από τα δέοντα και να καθρεφτίζει ότι μια ανθρώπινη απώλεια δεν είναι παρά μια απώλεια μόνο για τους οικείους και τίποτα δυστυχώς για κανέναν άλλον. Πράγμα που από μια άλλη πλευρά μάλλον το ξέραμε ήδη από το πώς αντιμετωπίζονται οι καθημερινές ανθρώπινες απώλειες ενός άλλου μετώπου σχεδόν δύο χρόνια τώρα.






