Είναι απογοητευτικό όταν μια ταινία δεν έχει ουσιαστικά τίποτα να προσθέσει από πλευράς περιεχομένου, εξωθώντας σε έναν επιδερμικό σχολιασμό μορφής. Διότι η αλήθεια είναι ότι το «φίλτρο Σόρκιν», που λιγότερο ευγενικά μπορείς να το πεις και «ασφαλτοστρωτικό Σόρκιν», αποδεικνύεται ακατάλληλο στην δημιουργική του επαφή με το φαινόμενο της Λουσίλ Μπολ.
Η ταινία, ασφαλώς, δεν είναι απαλλαγμένη αρετών. Θέλει να διηγηθεί ένα μερικό biopic, θέλει να βρει την καρδιά του στο κεφάλαιο «ευφυείς γυναίκες στην βιομηχανία του θεάματος» – και τα κάνει και τα δύο. Μάλιστα, έχει καταφέρει στην σεναριακή του δομή και κάτι τόσο εύστοχο όσο το όνομα του δημιουργού του σε προδιαθέτει να περιμένεις: Το φινάλε χαρακτηρίζεται από μια περιεκτική ανατροπή, που καλοφτιαγμένα, χωρίς θόρυβο, επισυνάπτει στην δημιουργική περσόνα της Λουσίλ Μπολ την βαρύτητα του final cut στον γάμο της. Αν συνέβησαν έτσι τα πράγματα δεν γνωρίζω, όμως το εύρημα, «αστυνομικό» στη λογική του, αυξάνει εκθετικά το δράμα και κλείνει δεόντως χειραφετημένα την ιστορία.
Όχι πολλά παραπάνω από μια άνετα υπολογισμένη αναπαράσταση εποχής και μια προσπάθεια να βρεθεί η Νικόλ Κίντμαν στην οσκαρική πεντάδα
Ο Σόρκιν όμως είναι εν γένει το λάθος στην εξίσωση. Οι λόγοι είναι δύο, κυρίως: Ο ένας συνδέεται με την αισθητική του διαλόγου του και ο άλλος με την αισθητική του συνολικά. Σε ότι αφορά το πρώτο ο Σόρκιν είναι ο (ναρκισσιστικά) ξύπνιος γραφιάς, που θυμάται κολοσσιαίους σεναριογράφους τύπου Μπεν Χεκτ/Τσαρλς Λέντερερ και την σκηνοθεσία των διαλόγων τους όπως την αντιλαμβανόταν ο Χάουαρντ Χοκς. Με άλλα λόγια θέλει να κάνει screwball, δηλαδή κοφτούς διαλόγους ταχύτατης ανταλλαγής, που συνήθως ευφορούσαν στην κωμωδία του ’40. Αυτό για να γίνει θέλει ηθοποιούς σχεδόν τσιρκολάνικα γυμνασμένους (Κάρι Γκραντ, ας πούμε, αλλά και…Λουσίλ Μπολ) και βέβαια αντίληψη του κωμικού χρονισμού. Θέλει επίσης ανάσες, γούστο και συναίσθηση, ώστε να μην καταχράται ο ρυθμός τόνους που μπορεί να μην είναι φτιαγμένοι για να στηρίξουν κάτι άλλο από την ευρέως εννοούμενη κομεντί ή το ρομάντζο. Ο Σόρκιν όμως επιθυμεί τα πάντα screwball. Σε κάποιους θα αρέσει, για άλλους είναι μια καλομονταρισμένη διαλογική κιμαδομηχανή.
Εδώ υπεισέρχεται η συνολική «αισθητική Σόρκιν». Που δεν έχει μεγάλη σχέση με την κωμωδία (χώρια που συγχέει και την εξυπνάδα με την ευστροφία) αλλά ούτε διαθέτει και βασική συναίσθηση ότι καπελώνει όλους τους χαρακτήρες, τρόπον τινά «γουντιαλενικά», εξομοιώνοντάς τους. Άλλοτε αυτό βγαίνει (σε έναν ιδεολογικό διάλογο ή μια σκηνή δικαστηρίου στην «Δίκη των 7 του Σικάγου», ας πούμε) κι άλλοτε αφήνει μια όψη κι επίγευση φιλμικού πουρέ, όπου όλες οι γεύσεις υπάρχουν και καμμία δεν μένει στον ουρανίσκο. Πλην της «υπογραφής Σόρκιν». Αν υπάρχει Θεός δεν θα τον κακομάθουν με μια ακόμα σεναριακή υποψηφιότητα.

Τώρα, το πώς οι ερμηνείες μέσες-άκρες τα καταφέρνουν, με έναν δημιουργό που κάνει ταινία για την Μπολ χωρίς να καταλαβαίνει (ή να του αρέσει) γρι από την σωματική της κωμωδία (ή όποια κωμωδία) είναι για συζήτηση: Η Νικόλ Κίντμαν, διπλά εγκλωβισμένη (σε έναν μακρινότατό της ρόλο κι ένα μέικ απ που σε παίρνει ώρα να την διακρίνεις εκφραστικά και να συμφιλιωθείτε), πιστοποιεί ξανά ότι είναι υπερόπλο, ατρόμητη και ελαφρώς υπερφυσική – έστω και αν αυξανόμενα αφήνει πια την αλαβάστρινα creepy αίσθηση των πρωταγωνιστριών του «Ο Θάνατος σου Πάει Πολύ». Ο Μπαρδέμ είναι μπριόζος, άνετος σαν τον Αρμάν Ασάντε στο «Mambo Kings», όμως δεν είναι ηθοποιός της ανταλλαγής, του «repartee», είναι ερμηνευτής χρόνου, φυσιογνωμίας και βλεμμάτων.
Στο τέλος, για αυτόν τον θεατή τουλάχιστον, δεν μένουν πολλά παραπάνω από μια άνετα υπολογισμένη αναπαράσταση εποχής, μια προσπάθεια να βρεθεί η πρωταγωνίστρια στην οσκαρική πεντάδα (δεν αποκλείεται κιόλας), μια καλή σκηνή πάνω στον τι κλάσεως δημιουργός ήταν η Λουσίλ Μπολ και από εκεί και πέρα μπόλικη «σορκινολογία», εύστροφη, οπωσδήποτε καλογραμμένη, αλλά με τίποτα παραπάνω να εισηγηθεί από την αυτοϊκανοποίησή της. Α, και μια απογοητευτική αντιγραφή του μουσικού θέματος του Βαγγέλη Παπαθανασίου στον «Αγνοούμενο» από τον (συμπαθέστατο) συνθέτη Ντάνιελ Πέμπερτον.
Η ταινία «Being the Ricardos» προβάλλεται στην streaming πλατφόρμα του Amazon Prime.






