• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

«Δεν υπάρχει τίποτα που να αξίζει τις θυσίες σου, όσο κάτι για το οποίο να παθιάζεσαι»: Μια συνέντευξη με τον Γουίλιαμ Χερτ

14 Μαρ 2022 | Θέματα, Συνεντεύξεις | 0 comments

Εγκατέλειψε δυστυχώς τη ζωή εχθές βράδυ, σε ηλικία 71 ετών. Όμως ποιος ήταν ο άνθρωπος που κρυβόταν πίσω από τη σκιά ενός από τους σημαντικότερους ερμηνευτές του ’80; Κάποιες απαντήσεις για τον βραβευμένο με Όσκαρ (και πολύ αγαπητό μας) ηθοποιό, στην παρακάτω συνέντευξη που είχε παραχωρήσει αποκλειστικά στο περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ. Δεν θα τον ξεχάσουμε ποτέ.
Συντάκτης: Λουκάς Κατσίκας
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Μισή ώρα μετά την όμορφη κουβέντα μας και σου ζητά συγγνώμη για την φλυαρία: «Είναι απόρροια ενός ανθρώπου που μεταχειρίζεται τις λέξεις για να μην αφήσει τους άλλους να καταλάβουν ότι δεν είναι στην πραγματικότητα έξυπνος». Η δική μου γνώμη τείνει να διαφέρει. Δεν τον θεωρώ μόνο ευφυή, νιώθω και ένα σχετικό δέος καθισμένος απέναντί του. Γιατί υπήρχε μια εποχή όπου ο Γουίλιαμ Χερτ (στη χώρα μας τον είχαμε συνηθίσει λανθασμένα ως «Χαρτ») βρισκόταν στην κορυφή του κόσμου, φέρνοντας με κάθε καινούργια εμφάνισή του κάτι πραγματικά συναρπαστικό στο σινεμά. «Θα αναφέρεστε στα χρόνια όπου ένας ψηλός αλαζονικός νεαρός προσπαθούσε να γίνει ηθοποιός» λέει, μιλώντας για τον εαυτό του. 

Η περιγραφή του, αποτέλεσμα μάλλον μετριοφροσύνης, δεν θα μπορούσε να είναι πιο ανακριβής. Αρχές της δεκαετίας του ’80, ο Χερτ που όλοι θυμόμαστε αποτελούσε την πιο συναρπαστική ερμηνευτική άφιξη, ένα εναλλακτικό σύμβολο του σεξ που καθόλου δεν νοιαζόταν για τη φωτογένεια και την απήχησή του. «Με ενδιέφερε να βρω τη θέση μου και τα όριά μου», επιβεβαιώνει και ο ίδιος Οι ρόλοι του εναλλάσσονταν εντυπωσιακά από τις «Ανεξέλεγκτες Καταστάσεις» (1980) και την «Έξαψη» (1982), στη «Μεγάλη Ανατριχίλα» (1983) και το «Φιλί της Γυναίκας Αράχνης» (1985) που του δώριζε δικαιωματικά ένα Όσκαρ Α’ Αντρικού ρόλου, μέχρι το «Κύκλωμα» (1987) και τους «Αταίριαστους Εραστές» (1988) τα οποία τον έφερναν άλλες δύο φορές υποψήφιο για το χρυσό αγαλματίδιο της Ακαδημίας. 

«Έξαψη» (Body Heat, 1981) του Λόρενς Κάσνταν

Κι έπειτα, εντελώς ξαφνικά, αποφασίζει να αφοσιωθεί στη δική του, άκρως εσωστρεφή εκδοχή για το τι θα πει προσωπική ηρεμία και καριέρα. Το Χόλιγουντ έμοιαζε με ένα μέρος από το οποίο έπρεπε πάση θυσία να απομακρυνθεί. Και κάπως έτσι, αρχές του ’90, ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς της προηγούμενης δεκαετίας δεν ήταν πλέον διαθέσιμος. «Δεν μου έλεγε τίποτα όλη αυτή η ατέλειωτη παρέλαση», θυμάται τώρα. «Μπορεί στην αρχή να ήταν για λίγο συναρπαστικά, όπως η εμπειρία από κάτι καινούριο και έντονο. Μετά από λίγο καιρό, όμως, το όλο πράγμα κατάντησε αφόρητο και άστοχο. Διαπίστωσα πολύ νωρίς στη ζωή μου ότι δεν υπάρχει τίποτα που να αξίζει την καθημερινή και διαρκή σου προσπάθεια ή τις θυσίες σου, όσο κάτι με το οποίο να παθιάζεσαι. Κι εμένα αυτός ο συρφετός δεν με αφορούσε». 

Μια διαφορετική εκδοχή διηγείται μια εντελώς αλλιώτικη ιστορία. Αφορά έναν καταξιωμένο ηθοποιό με τη συνήθεια να πίνει πολύ και να χάνει τον έλεγχο. Οι σχέσεις του καταρρέουν, με αποκορύφωμα τον πικρό χωρισμό με την σύντροφό του, Σάρα Τζένινγκς, η οποία περιέγραψε σε μαρτυρίες της έναν βίαιο μέθυσο. Όπως θα πει και ο ίδιος ο ηθοποιός, όμως, «είναι εύκολο να κρίνεις κάποιον αν δεν έχεις βρεθεί στη θέση του. Πρόσεξε ωστόσο καλά προτού σπεύσεις να τον αποκαλέσεις καλό ή κακό».

«Το Φιλί της Γυναίκας Αράχνης» (Kiss of the Spider Woman, 1985) του Έκτορ Μπαμπένκο

Όλον αυτό τον καιρό, στο μεταξύ, δελεαστικές προτάσεις για πρωταγωνιστικές εμφανίσεις σε ταινίες όπως το «Misery» ή το «Jurassic Park» του χτυπούσαν επανειλημμένως την πόρτα. Εκείνος όμως δεν άνοιγε. Προτιμούσε να ταξιδεύει τον πλανήτη για μήνες ολόκληρους, γυρίζοντας με τον Βιμ Βέντερς το «Μέχρι το Τέλος του Κόσμου», να παίζει στον σεμνό (και γλυκύτατο) «Καπνό» του Γουέιν Γουάνγκ ή στο ιστορικό δράμα «Sunshine» του Ίστβαν Ζάμπο, σε φτηνές και ανεξάρτητες ταινίες, για δημιουργούς πότε φτασμένους και πότε αγνώστους. «Το ζητούμενο για εμένα ήταν πάντοτε η δουλειά και η αφοσίωσή μου σε αυτήν. Ένιωθα και νιώθω συνεχώς ευγνώμων επειδή κάποιος σκηνοθέτης έκανε τον κόπο να με σκεφτεί για έναν ρόλο. Έχει τύχει να παίξω σε ακριβή χολιγουντιανή παραγωγή για αρκετά χρήματα, όπως και σε θεατρική παράσταση για διακόσια πενήντα δολάρια. Και στις δύο περιπτώσεις ήμουν ο ίδιος φιλότιμος ηθοποιός».

Με ένα στιβαρό παρουσιαστικό το οποίο έχει αντισταθεί στον χρόνο, ο Γουίλιαμ Χερτ μοιάζει στα μάτια μου με έναν γαλήνιο άνθρωπο ο οποίος τήρησε τις υποσχέσεις που είχε δώσει στον εαυτό του και διατήρησε εξακολουθητικά την απόστασή του από τη δημοσιότητα, τις εμφανίσεις, τις συνεντεύξεις. Ποια είναι η εικόνα, αναρωτιέμαι, που θα αφήσει πίσω του ο Χερτ όταν θα έχει φτάσει οριστικά πλέον γι’ αυτόν η στιγμή να αποσυρθεί; «Δεν μπορώ να το απαντήσω εγώ αυτό», αντιδρά με ένα χαμόγελο. «Ο δρόμος που αφήνεις πίσω σου είναι ο δρόμος που έχεις περπατήσει. Γράφεις διαρκώς σελίδες σε ένα βιβλίο που ελπίζεις να προλάβεις και να τελειώσεις. Όταν αυτό το πράγμα που αποκαλώ καριέρα λάβει πλέον τέλος, τότε μπορείτε να διαβάσετε το βιβλίο. Και να βγάλετε μόνοι τα συμπεράσματά σας. Προς το παρόν, το προνόμιο και μόνο της ζωής εμένα μου αρκεί. Για να γεμίσω σελίδες…»

«Το Κύκλωμα» (Broadcast News, 1987) του Τζέιμς Λ.Μπρουκς

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ