Ας αργήσει αυτή η μέρα. Δεχθήκαμε που δεχθήκαμε το ανίερο χτύπημα να μην βλέπουμε κάθε χρόνο τον καινούργιο Γούντι μας, ας μην είναι αυτή η εποχή που και λεφτά δεν θα βρεθούν και ο ίδιος δεν θα θέλει πια να στηθεί πίσω από το βιζέρ.
Δεν είναι ότι έχουμε ψευδαισθήσεις. Το είπε και ο ίδιος σε πρόσφατη βίντεο-συνέντευξη προωθώντας το «Zero Gravity», το καινούργιο του βιβλίο με διηγήματα: «Υπάρχουν δύο τρέχοντα προβλήματα. Το ένα είναι πώς είναι αυξανόμενα δύσκολο να βρω λεφτά να κάνω ταινία. Αν κάποιος έρθει και προσφερθεί θα ήταν κάτι άλλο, θα μου έδινε κίνητρο να συνεχίσω να φτιάχνω ταινίες. Το έτερο αποθαρρυντικό είναι η παρακμή της βιομηχανίας. Όταν μεγάλωνα εγώ αγόραζες ένα εισιτήριο, πήγαινες στον κινηματογράφο, με μια μεγάλη οθόνη, μια ζεστή ατμόσφαιρα όπου απολάμβανες μια ωραία ταινία μαζί με θαυμάσιους ανθρώπους-και το αγαπούσα αυτό. Τώρα κάνεις μια ταινία και 2-3 εβδομάδες μετά παίζει στην τηλεόραση».
Δυστυχώς, δυστυχέστατα όλα αυτά έχουν αλλάξει. Η πανδημία το αποτέλειωσε αυτό. Η μεγάλη οθόνη είναι πάντα ωραία (ίσως δεν σημαίνει το ίδιο για όλους βέβαια…), όμως η καφρίλα, οι ανενόχλητες συζητήσεις τύπων που μπορεί και να σε σπάσουν στο ξύλο αν τους μιλήσεις, τα φώτα των κινητών, το texting και τα τηλεφωνήματα (!), η ακατάσχετη μάσα και, ναι, οι τιμές και το περιορισμένο διακοσμητικό γούστο των σημερινών αιθουσών, έχουν αλλάξει πολύ την α λα «Radio Days» αναμνηστική του Γούντι μας. Ο πονοκέφαλος μειώνεται στην θαλπωρή του σπιτιού. Όχι ότι όλα αυτά δεν αλλάζουν από αιθουσάρχες με γούστο και ατμόσφαιρες που ελέγχονται πειστικά μη επιτρέποντας στον καθένα να κάνει ότι του γουστάρει, αλλά πόσες πιθανότητες για κάτι τέτοιο;
Αναμένουμε το «Wasp 22», με πιθανή πρεμιέρα τον Μάιο στο φεστιβάλ των Καννών (εύγε!) και ευελπιστούμε ότι πάντα θα υπάρχει ένα καλός πλούσιος άνθρωπος που θα βάλει 10 ψωροεκατομμύρια για μια ακόμα Woody Allen υπογραφή.






