Μια από τις καλύτερες επιλογές για σινεμά και αυτή την εβδομάδα, είναι αναμφίβολα «Η Βασίλισσα της Νέας Υόρκης» ένα ντοκιμαντέρ που θα ψυχαγωγήσει ακόμα και όσους, παραδοσιακά, δεν προτιμούν τον εν λόγω είδος, κυρίως χάρη στην πρωταγωνίστριά της, Τσέλι Γουίλσον, μια Ελληνοεβραία από την Θεσσαλονίκη που κατέληξε να ζει το αμερικάνικο όνειρο με τον πιο αντισυμβατικό τρόπο.
Πως ήταν να μεγαλώνετε ως παιδί και αργότερα ως έφηβη, στο πλευρό μιας τόσο επιτυχημένης γυναίκας όπως η μητέρα σας;
Ήταν πολύ περίεργο και κάποιες φορές δύσκολο. Η μητέρα μου δεν ήταν πολύ στο σπίτι, δούλευε συνέχεια. Με το που τελείωσε ο πόλεμος, γύρισε στην Ελλάδα και προσπάθησε να φέρει στην Αμερική την αδελφή μου Πολέτ και τον αδελφό μου Ντάνιελ. Αυτό πήρε πολύ χρόνο και όταν η αδελφή μου έφτασε τελικά στην Νέα Υόρκη, ήρθε μόνη της καθώς η μητέρα μου έπρεπε να καθίσει στην Ελλάδα προκειμένου να κανονίσει τα χαρτιά του αδελφού μου. Η μητέρα μου ήταν αυστηρή και μπορούσε να φανεί τρομακτική, επειδή ακριβώς έμοιαζε πανίσχυρη. Εγώ πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής μου ηλικίας σε ένα οικοτροφείο και γύρισα στο σπίτι, όταν πλέον πήγαινα Λύκειο. Κατά την περίοδο στα τέλη της δεκαετίας του ‘40, με αρχές του ’50, η διαφορετικότητα δεν ήταν η αποδεκτή κουλτούρα και ντρεπόμουν για την προφορά της μητέρας μου, αλλά και την εξωστρεφή της προσωπικότητα που ήταν τόσο διαφορετική από όλες τις υπόλοιπες μητέρες που γνώριζα. Σίγουρα όταν αργότερα μεγάλωσα ήμουν περήφανη για εκείνη. Εκτίμησα την μοναδικότητά της, την αυτοπεποίθησή της και την γενικότερη στάση της. Κατά την διάρκεια του γυναικείου απελευθερωτικού κινήματος, πραγματικά δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί συνέβαινε, μιας που έτσι κι αλλιώς πίστευα πως οι γυναίκες μπορούσαν να κάνουν τα πάντα: αυτό έβλεπα στην μητέρα μου. Έμοιαζε λες και τίποτα δεν ήταν αδύνατο για εκείνη. Το παράδειγμά της υπήρξε μια τεράστια κληρονομιά για εμένα.

H Μπόντι Γουόλτερς και η Πολέτ Πόμερανζ
Το γεγονός πως η μητέρα σας ήταν η «βασίλισσα» της αυτοκρατορίας των πορνοσινεμά στην Νέα Υόρκη, από το ’60, έως και το ’80, ήταν σίγουρα κάτι πολύ ασυνήθιστο, όχι μόνο για μια γυναίκα, αλλά και γενικότερα και ιδιαίτερα για μια Ελληνίδα, δεδομένου πως προερχόταν από μια χώρα με αυστηρά θρησκευτικά ήθη και παραδόσεις. Θεωρήσατε ποτέ πως η μητέρα σας υπήρξε μια επαναστάτρια για το φύλο της;
Η μητέρα μου μεγάλωσε σε μια πολύ αυστηρή, θρησκευτική οικογένεια Εβραίων στην Θεσσαλονίκη, αλλά όταν μετακόμισε στην Αθήνα αποφάσισε να μην ασκήσει καμία θρησκεία και πάντα έλεγε – «πίστευε στα πάντα – ποτέ δεν ξέρεις ποιος έχει δίκιο». Πίστευε στην πνευματικότητα, αλλά όχι στην θρησκεία. Η μητέρα μου ήταν πάντα αφεντικό του εαυτού της. Στην Αθήνα, ως νέα γυναίκα, ξεκίνησε μια επιχείρηση, πράγμα που ήταν πολύ επαναστατικό για την εποχή και πολύς κόσμος της ζητούσε βοήθεια, όπως ανακάλυψα αργότερα από γράμματα που είχε κρατήσει. Εκείνη την εποχή στην Αμερική το πορνό ήταν ένας επικερδής τομέας της βιομηχανίας του σινεμά. Δραστηριοποιήθηκε στον χώρο του πορνό, γιατί οι ταινίες που έφερνε και πρόβαλε από την Ελλάδα, δεν είχαν πλέον ένα κοινό αρκετά μεγάλο προκειμένου να συντηρήσουν τις αίθουσές της, οπότε στράφηκε σε αυτό το είδος των ταινιών που είχαν τότε μεγάλη ζήτηση. Ήταν γοητευτική, ατρόμητη και τρομερή στο να μπορεί να αναλαμβάνει ταυτόχρονα διαφορετικές επιχειρηματικές ευκαιρίες. Απέδειξε την δύναμή της, με την ικανότητά της να τα καταφέρει μόνη της σε μια εξαιρετικά ανδροκρατούμενη βιομηχανία.
Βλέπουμε στο ντοκιμαντέρ ότι προοδευτικά αναλάβατε εσείς την διανομή των ταινιών στις αίθουσες. Θα μπορούσατε να μας περιγράψετε πως ήταν για μια νέα γυναίκα, όπως εσείς, το να εργάζεται σε ένα επιτυχημένο πορνοσινεμά την δεκαετία του ’70; Ποια ήταν τα καθημερινά σας καθήκοντα;
Για εμένα ήταν σαν οποιαδήποτε άλλη διανομή και προβολή μιας ταινίας, με την διαφορά πως επειδή επρόκειτο για ενήλικο περιεχόμενο, υπήρχε πάντα ο κίνδυνος δικαστικής παρέμβασης επειδή οι ταινίες ήταν ακατάλληλες. Ως αιθουσάρχης πάντα προσπαθούσες να φέρεις ταινίες που πίστευες πως θα είχαν την μεγαλύτερη επιτυχία και αποδοχή στο box office, έκανες τον διακανονισμό και ξεκινούσες να δουλεύεις την διαφημιστική καμπάνια. Ως διανομέας προσπαθούσα να κλείσω όσο το δυνατόν περισσότερες αίθουσες σε όλη τη χώρα, να είμαι σίγουρη ότι οι ταινίες θα στέλνονταν και θα επιστρέφονταν – δούλεψα επίσης και σε διαφορετικές διαφημιστικές καμπάνιες για διαφορετικές ταινίες – ήμουν υπεύθυνη για τον έλεγχο των υποδιανομέων και φυσικά, φρόντιζα ώστε οι προβολές να πληρώνονται.

Η Τσέλι με την Σίρλεϊ ΜακΛέιν στο εστιατόριο The Mykonos
Η Τσέλι είχε φριχτές αναμνήσεις από την γερμανική εισβολή στην Ελλάδα κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όπως βλέπουμε και στην ταινία, καθώς έχασε πολλά μέλη της οικογένειάς της τότε. Πιστεύετε πως ο τρόπος που ζούσε την ζωή της (ζούσε με πολλά άτομα στο διαμέρισμά της, δούλευε διαρκώς κ.λ.π.) ήταν επίσης ένας τρόπος για εκείνη να απαλύνει τον πόνο, προκειμένου να μη θυμάται διαρκώς τα γεγονότα εκείνης της περιόδου;
Η μητέρα μου δεν μιλούσε συχνά για εκείνα τα γεγονότα, αλλά έχω πλέον καταλάβει ότι δεν τα ξέχασε ποτέ. Πάντα ήταν πρόθυμη να βοηθήσει όποιον μπορούσε και ίσως αυτό να συνέβαινε, επειδή τότε δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να σώσει την οικογένειά της. Η μητέρα μου ήταν επιτυχημένη και παρά το γεγονός πως γνώριζε την αναγκαιότητα και την δύναμη του χρήματος – αγαπούσε το επιχειρηματικό παιχνίδι «κέρδισε ή χάσε» – εντούτοις δεν είχε κανένα ενδιαφέρον για τις πολυτέλειες που μπορούσε να της αγοράσει το χρήμα. Ήταν πολύ γενναιόδωρη απέναντι σε όλους. Δεν μπορώ να είμαι σίγουρη κατά πόσο το γεγονός ότι δεν μπόρεσε να σώσει την οικογένειά της στην Θεσσαλονίκη από το Ολοκαύτωμα, ήταν ένα βάρος που το κουβαλούσε σε όλη την υπόλοιπη ζωή της.

Είχε η μητέρα σας κάποια αγαπημένη ταινία;
Δεν γνωρίζω για κάποια συγκεκριμένη, αν και ήταν πολύ περήφανη για το «Greece on the March» ένα επίκαιρο στο οποίο έκανε την παραγωγή και είχε να κάνει με τον ελληνικό στρατό που πολεμούσε τους Ιταλούς. Θυμάμαι λάτρευε την αρχή του «Η Αλίκη στο Ναυτικό». Είχε όμως μια αγαπημένη, τηλεοπτική σειρά στην Αμερική – το «Barnaby Jones» – το οποίο έλεγε Barba Jones και το οποίο πάντα έβρισκε χρόνο να βλέπει, όση δουλειά κι αν είχε.
Αν η μητέρα σας ήταν σήμερα εν ζωή, ποια πιστεύετε ότι θα ήταν η άποψή της για την τρέχουσα κατάσταση της κινηματογραφικής βιομηχανίας;
Νομίζω πως θα λυπόταν να βλέπει τις μικρές, ανεξάρτητες αίθουσες να μένουν χωρίς δουλειά, αλλά πιστεύω πως εκείνη θα έβρισκε νέες ευκαιρίες. Επίσης πιστεύω πως θα ήταν γοητευμένη και πολύ χαρούμενη, για όλες αυτές τις νέες δυνατότητες παραγωγής που προσφέρουν τα καινούργια μέσα.
INFO
Η ταινία «Βασίλισσα της Νέας Υόρκης» προβάλλεται στον κινηματογράφο ΑΣΤΟΡ την Παρασκευή 7 Απριλίου στις 22:00






