Είναι τυπικό μάλλον, αν όχι ντεμοντέ για κάποιους, να περιμένεις δημιουργούς, καθώς και θεατές, μιας άλλης ατμόσφαιρας κινηματογράφου, να διαδηλώνουν το παράπονο και την δυσφορία τους για τον σημερινό καταποντισμό του mainstream κάτω από μεγατόνους πίεσης υπερηρωικών πακέτων θορυβώδους διασκέδασης που περνιούνται για σινεμά. Είναι εξίσου τυπικό, αν όχι πληκτικό, να περιμένει κανείς την διαμαρτυρία των υπερασπιστών του «σινεμά» αυτού (και μαζί των όψιμων γεροντοyoungsters που και καλά εναρμονίζονται με την εποχή τους) και την τακτοποίηση κεφαλαίων όπως ο Μάρτιν Σκορσέζε με διαδικτυακούς χαρακτηρισμούς, κυρίως, σχετιζόμενους με την ηλικία. Η αλήθεια όμως είναι ότι η σύγκριση του mainstream του 21ου αιώνα, οπωσδήποτε με ολίγες εξαιρέσεις, με το κυρίως ρεύμα προηγούμενων δεκαετιών, αποφέρει προφανή συμπεράσματα.
Σε αυτό το κλίμα κινείται ο σταυροφόρος Μάρτιν σε πρόσφατες δηλώσεις του: «Ο κίνδυνος είναι αυτό που καταφέρνει [σ.σ. η υπερηρωική υπερπαραγωγή] στην κουλτούρα μας. Θα υπάρξουν γενιές που θα πιστεύουν ότι ταινία είναι αυτά και ότι περί αυτού το σινεμά. Πολλοί ήδη το πιστεύουν. Πράγμα το οποίο σημαίνει ότι πρέπει να αντεπιτεθούμε εντονότερα. Εμείς, οι δημιουργοί. Έχεις για παράδειγμα του αδελφούς Σαφντί, τον Κρις Νόλαν και πρέπει να τους χτυπήσουμε απ' όλες τις πλευρές. Και να μην παραδινόμαστε ποτέ. Κάνε αυτό που έχεις να κάνεις. Βγες έξω και κάντο. Ξαναφτιάξε το σινεμά. Μην παραπονιέσαι. Διότι πρέπει να σώσουμε τον κινηματογράφο.»
Εν συνεχεία ο Μάρτυ επανέλαβε ότι «αυτό το προκάτ περιεχόμενο δεν είναι στ΄αλήθεια σινεμά. Είναι σαν ΑΙ. Κι αυτό δεν σημαίνει ότι δεν δουλεύουν εκεί απίθανοι σκηνοθέτες ή δεν υπάρχουν άνθρωποι των ειδικών εφφέ που δεν παραδίδουν καλλιτεχνίες. Αλλά τι σημαίνει; Τι σου δίνουν αυτά τα έργα; Πέρα από κάποιας μορφή αποπεράτωση, που μετά σβήνεται από το μυαλό, τι επιτελεί, τι σου αφήνει; Πρέπει να έχεις κάτι να πεις με μια ταινία, ειδάλλως γιατί την κάνεις;»
«Η βιομηχανία έχει τελειώσει», λέει ο Σκορσέζε. «Με άλλα λόγια η βιομηχανία της οποίας ήμουν μέρος, ξέρω γω 50 χρόνια πριν. Έχει τελειώσει. Είναι σαν το 1970 να μιλούσε κάποιος για την εποχή του Βωβού. Τα στούντιο δεν ενδιαφέρονται πλέον να υποστηρίξουν φωνές που έχουν κάτι να πουν, δεν υπάρχει προϋπολογισμός πλέον γα κάτι τέτοιο. Όλα σφηνώνονται σε μια κατάσταση που αποκαλούν indies.»
Κάπως έτσι έχουν τα πράγματα, ίσως και χάριν μιας υπερβολής που σκοπό της έχει να παρακινήσει δημιουργούς σε μια αντίδραση. Βέβαια τα πράγματα ήταν ανέκαθεν δύσκολα και εκείνο που δεν μπορεί ίσως ακόμα να επισημάνει ο Μάρτυ μας, είναι ότι η καταναλωτική λογική έχει σε τέτοιο βαθμό εισβάλλει και στο σινεμά, που οι executives πλέον δεν έχουν σχέση με τους ομολόγους τους στο παρελθόν. Τα μεγάλα κεφάλια/αφεντικά της καλής εποχής ήταν άνθρωποι του σινεμά που ήθελαν να βγάλουν λεφτά στην επιχείρησή του. Σήμερα αμφιβάλλεις ότι υπάρχει έστω ένας επικεφαλής σε major στούντιο που ξέρει την τέχνη, αγαπά τις ταινίες και έχει άποψη για αυτές. Ή, τέλος πάντων, ότι υπάρχει έστω ένας που βάζει στο ζύγι απέναντι στο κέρδος κάτι σχετιζόμενο με σινεμά.
Τέλος, μιλώντας περί αυτών, κυκλοφορεί και μια ιστορία αυτές τις μέρες σχετικά με την περίοδο που ο Σκορσέζε είχε μπλέξει με τον Γουάινστιν (εγκληματίας μεν, αλλά ίσως ο τελευταίος μεγαλοπαραγωγός που από το παλμαρέ του συμπεραίνεις ότι κάτι ήξερε από την δουλειά) και την Miramax και γύριζε τις «Συμμορίες της Νέας Υόρκης» κι εν συνεχεία το «Aviator». Για το πρώτο ο Μάρτυ λέει ότι κόντεψε να τον κόψει από το σινεμά, τόσο εξαντλητικές ήταν οι μάχες για το μοντάζ και την διάρκεια – στο «Aviator» και για τα λεφτά. Οι «Συμμορίες», ως γνωστόν, 20 χρόνια μετά πάνε για τηλεοπτική μεταφορά, με τον Σκορσέζε να υπογράφει τα δύο πρώτα επεισόδια.






