• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Τέρενς Ντέιβις (1945-2023): Αποχαιρετισμός για έναν σπουδαίο τζέντλμαν του βρετανικού κινηματογράφου

9 Οκτ 2023 | Θέματα | 0 comments

Έφυγε στα 78 του, ύστερα από σύντομη ασθένεια, ένας αριστοκράτης δημιουργός, υπεύθυνος για ορισμένες από τις πιο εκλεκτές ταινίες του μεταπολεμικού βρετανικού σινεμά.
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Με μόλις 8 ταινίες σε 35 χρόνια, ένα έξοχο ντοκιμαντέρ για το μεγάλωμά του στο Λίβερπουλ («Of Time and the City», 2008), τρεις μικρού μήκους που άφησαν εποχή (και προβάλαμε πέρυσι στις Νύχτες Πρεμιέρας) και μία, το φετινό «Passing Time», που θα θέλαμε πολύ να δούμε κάπου/κάπως, ο Ντέιβις δεν χρειάζεται ιδιαίτερη τεκμηρίωση για τη θέση του στην ιστορία. Δεδομένα σκηνοθέτης απαιτητικών σινεφίλ – ο ευγενικός τρόπος να πεις πως ότι και να λέμε/γράφουμε τους περισσότερους δεν θα τους απασχολήσει ποτέ – ο Ντέιβις πέρασε την ιδιοσυγκρασία του στο πανί με το πιο έκδηλο τρόπο. Πράγμα «τολμηρό» να το γράφει κανείς, μιας και η έννοια του έκδηλου είναι απεχθής στις εικόνες, τον ρυθμό, τον τόνο πάνω απ’ όλα του σινεμά του. Εικόνες ανακουφιστικού κάλλους, ρυθμός όχι αργός μα ποτέ κι εύκολος στην κατανάλωση, τόνος στοχασμού και λυρικότητας αγγιγμένων με ένα λεπτότατο χιούμορ που, όπως έλεγε και ο ίδιος, είναι φοβερό το πώς υπογραμμίζει ένα δράμα.  Στον πιο πολύ κόσμο ο Ντέιβις ίσως άφηνε μια αίσθηση επίπεδης αφήγησης, έναν τρόπο απάθειας ή έναν ελιτισμό γραφής. Όλα τους, λέμε εμείς τουλάχιστον, ήταν το «εντομοαπωθητικό» επιπόλαιων αναγνώσεων. Επίπεδο δεν είναι αυτό που αποφεύγει να υπερδραματοποιεί, απαθές δεν είναι αυτό που αλλεργεί στο μελόδραμα και ελιτίστικο δεν μπορεί να θεωρείται εκείνο που καταπιάνεται με τα υψηλά.

Τώρα το πώς ορίζονται τα υψηλά αυτά, μπορεί να δει κανείς και την τελευταία, δυστυχώς τελικά, ταινία του, το «Benediction», που ο υπογράφων είχε την τύχη να αντιμετωπίσει κριτικά. Όμως ο Ντέιβις, θα πουν κάποιοι, ήταν early bloomer. Για αυτούς, οι δυο πρώτες ταινίες του, το «Distant Voices, Still Lives» και το «A Long Day Closes» είναι επιτομές του έργου του. Το πρώτο θα μπορούσε να πάρει και το στέμμα του βρετανικού σινεμά από το ’80 και μετά. Προσωπικά μιλώντας, το δεύτερο είναι μια ταινία που μπορεί να σε σαρώσει συναισθηματικά, αν ταιριάξεις ιδιοσυγκρασιακά μαζί της.

Από μια πλευρά, ο ατόφιος Ντέιβις τέλειωσε εκεί. Ποτέ η παραγωγή μιας ταινίας δεν ήταν εύκολη γι’ αυτόν και από χαρακτήρα, έτσι μεγαλειωδώς εσωστρεφής που έμεινε ως το τέλος, και από εμπορικά ατού που πάντοτε βοηθούν μια επόμενη παραγωγή. Έκτοτε λοιπόν ο Ντέιβις κινήθηκε σε μεταφορές βιβλίων, τις οποίες μετουσίωνε σε προσωπικές στίξεις. Το «Neon Bible», με την καλύτερη Τζίνα Ρόουλαντς από το 1988 κι εντεύθεν, δεν είναι ανάλογο του ότι είχε προηγηθεί, αλλά έχει σκηνές vintage Ντέιβις. Το επόμενο «House of Mirth» όμως, δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις Merchant/Ivory παραγωγές και στέκει και ως αντίπαλο δέος στα «Χρόνια της Αθωότητας» του Σκορσέζε, το «άλλο» μυθιστόρημα της Ίντιθ Γουόρτον. Αυτή στάθηκε και η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία του, αν και η έννοια είναι αφάνταστα σχετική για τον Άγγλο.

11 ολόκληρα χρόνια μετά, αν αυτό δίνει κάποιο μέτρο, ο Ντέιβις έφερε στον κόσμο το «A Deep Blue Sea» (2011), ένα βαθύ μπλε κόσμημα υποδήλωσης, μεγάλου πάθος, ένα ρομαντικό δράμα σε μια εποχή που κάπως πρέπει να διαισθανόταν ότι τα ρομαντικά δράματα έχουν κλείσει έναν ιστορικό κύκλο πια. Το «Sunset Song» του 2015 είναι σαν να μη συνέβη εμπορικά ποτέ, και συνεχίζει την αναδρομή του Ντέιβις αυτή τη φορά στις αρχές του 20ου αιώνα, για να έρθει την αμέσως επόμενη χρονιά το «Quiet Passion», με την Σύνθια Νίξον στον ρόλο της Έμιλι Ντίκινσον, να ακουστεί λίγο παραπάνω εξαιτίας της τηλεοπτικά γνωστής πρωταγωνίστριας και να υπενθυμίσει ότι η μεγάλη υπογραφή κάνει ένα biopic υποφερτό, αν όχι διάστικτα εξαιρετικό. Όμως και πάλι ο Ντέιβις θα χρειαζόταν αρκετά χρόνια για να υπογράψει την πιο προσωπική ταινία του από τον καιρό του ξεκινήματός του, και αυτήν που θα έμελλε να γίνει το κύκνειο άσμα του. Η «Ευλογία» υπήρξε αυτή η ταινία, όνομα και πράγμα.

Υπήρξε ένας μέγας αυθεντικός της queer ταυτότητάς του, την οποία και δεν διαπόμπευσε ποτέ στην άγρα δημοφιλίας, έζησε μόνος γιατί όπως έλεγε δεν άντεχε την συγκρουσιακή καθημερινότητα των στενών διαπροσωπικών σχέσεων (και από αυτό συνάγονται πολλά για το σινεμά του), πλέοντας σε μια μοναχική επαγγελματική διαδρομή που διαισθάνεσαι πώς δεν έφτασε εκεί που μπορούσε, αλλά μάλλον απόλαυσε την δημιουργία αυτών που ήθελε. Μαζί του παρασύρεται ένας τρόπος σινεμά που ρογχίζει τα τελευταία του εδώ και δυο δεκαετίες τουλάχιστον. Ένας τρόπος όπου η υποδήλωση είναι το αφεντικό της διήγησης, η γλώσσα φτιάχνει κόσμους να κρύβεσαι μέσα τους, η ερμηνεία απέχει της υπόδυσης όσο είναι κινηματογραφικά εφικτό, ο ακαδημαϊσμός ξεπροβάλλει σαν μια κεκτημένη σοφία, το χιούμορ γίνεται η θριαμβευτική απόκριση στην υπαρξιακή απελπισία. Ήταν ωραία να ξέρεις ότι κάπου υπήρχε ο Τέρενς Ντέιβις.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ