France

Για την ηρωίδα μας φανταστείτε ένα κράμα Οριάνα Φαλάτσι, Μπάρμπαρα Γουόλτερς, Κριστιάν Αμανπούρ, Νταϊάν Σόγιερ. Προσθέστε ολίγη από Μελίσα Τεριό, που στην Γαλλία υπήρξε κάτι σαν θρήσκευμα κάποτε, και αλατίστε ελεύθερα με κάποια της πρωινομεσημεροαπογευματινής τηλεοπτικής ζώνης του ελληνικού λυκόφωτος. Α, σημαντικό. Λογαριάστε ότι αν ας πούμε υπέγραφε Έλληνας την ταινία, θα ονόμαζε την ηρωίδα του Ελλάδα. Το λέμε ξανά: Θα ονόμαζε τον χαρακτήρα του με το όνομα της χώρας του. Έτσι λοιπόν από την αρχή, κάποιος θεατής, περιλούζεται με πετρέλαιο σαν τον δύσμοιρο στην «Τρελή, Απίθανη Πτήση», ανάβει το σπίρτο και περιμένει. Με άλλα λόγια, η εξαρχής αντίληψη του Μπρούνο Ντιμόν είναι περίπου τόσο λεπτή όσο η επιλογή του ονόματος αυτής που υποδύεται η Λέα Σεντού.
Ωστόσο το «France» δεν είναι μια απλή, κακή ταινία που με δυο αράδες ξεμπερδεύεις μαζί της. Είναι μια σύνθετη μετριότητα, για ένα είδος θεατών, και μια λίαν ενδιαφέρουσα ταινία, για ένα άλλο είδος θεατών. Το δεύτερο αυτό είδος θα βρει συναρπαστική την ιστορία μιας τηλε-δημοσιογράφου απαστράπτουσας διασημότητας που στο πρόσωπό της συγκεντρώνει συμβολικά την παθογένεια μιας χώρας. Η Φρανς είναι στην διαδρομή της μετάβασής της από προϊόν σε…κανονικό άνθρωπο, εξαιτίας μιας σειράς σκληρών συμπτώσεων που θα την φέρουν σε επαφή με την ασκηνοθέτητη πραγματικότητα και θα της αλλάξουν τον κόσμο. Και τα φώτα.
Το να αναφερθεί κανείς στην δυνητική θεματολογία της ταινίας θα ήταν εξίσου μάταιο (ή ανιαρό) με το εγχείρημα ενός δημιουργού που θέλει να διπλώσει τα πάντα σε μια κόλλα χαρτί – και κάπως, κάπου τα καταφέρνει. Ας πούμε ότι το «France» τοποθετεί τον καθρέφτη μπροστά σε όλους μας. Αναφέρεται σε μια εποχή που η διασημότητα είναι παθολογικά εξασκούμενο δικαίωμα. Πραγματεύεται έναν κόσμο που έχει καταφέρει τα πάντα να είναι υπόδουλα στην εγωπαθή φιλοδοξία, ενώ η κριτική επί του φαινομένου βαπτίζεται καταχρηστική, αν όχι και μη ορθή πολιτικά. Καταπιάνεται, λίγο πιο συγκεκριμένα, και με μια ζώσα πραγματικότητα στην οποία η είδηση σκηνοθετείται κατά τρόπο που να έχει μεγαλύτερη σημασία ο πομπός της από τον Λόγο της. Γενικά εκεί δεν μπορεί να ψέξει κανείς τον Ντιμόν. Ο κόσμος είναι σκατά, και φταίμε εμείς που δεν διανοούμαστε την συνέπεια αυτού που αντιπροσωπεύουμε γιατί γοητευόμαστε από αυτό που νομίζουμε ότι σκέφτονται οι άλλοι για μας. Όμως αυτά δεν αρκούν για μια καλή ταινία.
Ο Ντιμόν φτιάχνει μια αντιπαθητική ηρωίδα, για την οποία δεν ενδιαφέρεται αληθινά. Την βλέπει σαν συμβολικό όχημα και την βασανίζει. H χοντροκομμένη πρώτη πράξη, δίνει τη θέση της σε μια πρωινάδικη εκδοχή πτώσης, κατά την οποία το μεγαλοαστικό ρουζ τονίζει περισσότερο το glossy βιτριόλι του Ντιμόν, παρά την ανθρωπιά της Φρανς. Τι λέγαμε πιο πάνω για τον πομπό και τον λόγο του; Αυτό. Και η Σεντού είναι τέτοια άφοβη ηθοποιάρα που δίνει νέο νόημα στην αντιπαθητικότητα αυτή. Όταν η πλοκή συστρέφεται, ο Ντιμόν δεν παύει να κρατά αποστάσεις κινούμενος μεταξύ του μελό και της σαπουνόπερας. H λάμψη αποτελεί μεν σατιρικό σχόλιο, διατρανώνει όμως και το κέλυφος σε βάρος της ψυχής της ηρωίδας. Κάνει μια ταινία που «παρακολουθείται ευχάριστα» (αυτή η επιδημία) χωρίς όμως να εμβαθύνει ποτέ στην ανθρώπινη περιπέτεια και στα αίτια του σημερινού γίγνεσθαι.
Έχει ένα υπερόπλο, την παρουσία της Σεντού. Που πανταχού παρούσα ανταποδίδει αναρίθμητες εκφράσεις με την απόλυτη εκφραστική οικονομία. Στο πρόσωπό της διαφαίνεται το Ιερό Δισκοπότηρο της κινηματογραφικής ερμηνείας, ο ηθοποιός με τις μυριάδες όψεις, αυτός που ξεκολλά από τις δύο διαστάσεις του πανιού και σε προκαλεί διαρκώς να διερωτηθείς και να συμπαθήσεις. Η Σεντού μπαίνει με τούτη την ερμηνεία σε έναν πάνθεον ηθοποιών που σκέφτονται σε ζωντανή μετάδοση ενώ υποδύονται και έχουν το χάρισμα μιας φυσιογνωμίας που δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω τους. Δεν είναι ζήτημα ομορφιάς. Είναι μια ανθρώπινη Σφίγγα, ίσως και μία Σίβυλλα, αν κάποιοι βλέπουν τον ηθοποιό σαν δοχείο σεναριακών και σκηνοθετικών χρησμών, ένα αίνιγμα που ποτέ δεν σε ικανοποιεί ότι το διαλεύκανες και ποτέ δεν παύεις να το πιλατεύεις.
Σώζει η Σεντού την ταινία; Για αυτόν τον θεατή, που έρχεται από εκεί όπου οι ταινίες είναι νοηματική σύλληψη και σκηνοθετική εκτέλεση (με άλλα λόγια οι ηθοποιοί είναι εργαλεία), όχι. Δεν την σώζει ούτε ο μέγιστος Κριστόφ που στην τελευταία του δουλειά παραδίδει ένα ρομαντικό σκορ τέλεια ευθυγραμμισμένο με αυτό που ο Ντιμόν θα κατάφερνε αν δεν ήταν τόσο στεγνός από το χιούμορ που χρειάζεται μια σάτιρα. Και χωρίς κάποιας μορφής χιούμορ, ούτε σινεμά, ούτε σκέψη (ούτε άνθρωποι) επιβιώνουν. Τουλάχιστον όχι χωρίς να καταντήσουν καλοδιατυπωμένα κακοήθεις. Ή απλά κακόγουστοι.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
- ΠΑΡΑΓΩΓΗ Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ Μπρούνο Ντιμόν
- ΣΕΝΑΡΙΟ Μπρούνο Ντιμόν
- ΗΘΟΠΟΙΟΙΕμανουέλ Αριολί | Λεά Σεντού | Μπενζαμίν Μπιολέ | Μπλανς Γκαρντέν
- ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΝταβίντ Σαμπίγ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ133'
- ΔΙΑΝΟΜΗWeird Wave





