Κωδικός Κολιμπρί

Ο Βίνσεντ (Τζέσι Άιζενμπεργκ) και ο Άντον (Αλεξάντερ Σκάρσγκαρντ) είναι δύο ξαδέρφια από τη Νέα Υόρκη που δραστηριοποιούνται στο χώρο των χρηματαγορών, έχοντας ένα τρελό σχέδιο: να κατασκευάσουν μια σύνδεση οπτικών ινών από το Κάνσας ως το Νιου Τζέρσι η οποία θα τους δώσει ένα χρονικό πλεονέκτημα φαινομενικά απειροελάχιστο, πλην όμως υπεραρκετό στον ιλιγγιώδη κόσμο των συναλλαγών προκειμένου να τους κάνει εκατομμυριούχους. Απέναντί τους ωστόσο θα βρουν την Εύα Τόρες (Σάλμα Χάγιεκ), την πρώην εργοδότριά τους που δε θα διστάσει να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο προκειμένου να τους καταστρέψει.
Σε ένα σινεμά όπου το «βασισμένο σε αληθινή ιστορία» παίζει πολύ, ο «Κωδικός Κολιμπρί» μπορεί πολύ εύκολα να περάσει ως τέτοια, παρότι δεν είναι
Σε ένα σινεμά όπου το «βασισμένο σε αληθινή ιστορία» παίζει πολύ, ο «Κωδικός Κολιμπρί» μπορεί πολύ εύκολα να περάσει ως τέτοια, παρότι δεν είναι. Κάτι οι ρεαλιστικές αναφορές και οι όροι, κάτι το γεγονός ότι ο «μαγικός» κόσμος της Γουόλ Στριτ έχει πολλές φορές ξεπεράσει και την πιο νοσηρή φαντασία στον οργιαστικό τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την έννοια του ανταγωνισμού και της νομιμότητας, δε θέλει πολύ να υποθέσουμε λανθασμένα ότι η νέα ταινία του Κιμ Νγκουγέν, σκηνοθέτη της υποψήφιας για ξενόγλωσσο Όσκαρ «Μάγισσας του Πολέμου», αναβιώνει ακόμα μία υπόθεση θεαματικής απάτης και σπέκουλας των λεγόμενων «αγορών» από ευφάνταστους entrepreneurs.
Στον «Κωδικό Κολιμπρί» την τιμητική του έχει το δίδυμο των Άιζενμπεργκ και Σκάρσγκαρντ, με τον πρώτο να υποδύεται τον οραματιστή και τον δεύτερο το «μυαλό». Ως παιδιά Ρώσων μεταναστών, στον πυρήνα της ψυχοσύνθεσης των δύο πρωταγωνιστών βρίσκεται ο ακρογωνιαίος λίθος της Αμερικής που δεν είναι άλλος από τη βαθιά ριζωμένη οπτική του ξένου που κυνηγά το όνειρο στη χώρα των μεγάλων ευκαιριών. Πάνω στις εμφανείς αντιφάσεις τους, ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Κιμ Νγκουγέν χτίζει ένα δίπολο που ισορροπεί ανάμεσα στο δραματικά σοβαρό και το κωμικά γραφικό, την ώρα που βρίσκεται κυνηγημένο από μία ακόμα πιο υπερβολική ανταγωνίστρια φιγούρα, εκείνη της Χάγιεκ.
Με την ταινία να βγάζει μια ειρωνεία που εντείνεται ευθέως ανάλογα με το (κάθε άλλο παρά καινοφανές) σασπένς όσο περνά η ώρα, ο Νγκουγέν δυσκολεύεται χαρακτηριστικά να βρει την ενδεδειγμένη ισορροπία ανάμεσα στο κοινωνικοπολιτικό σχόλιο και την ανάγκη να χτίσει μια πραγματικά συναρπαστική αφήγηση. Παράλληλα, συγκεκριμένες δραματικές νότες όπως η κλονισμένη υγεία του Βίνσεντ ή οι επικλήσεις στις αξίες της οικογένειας και της κοινότητας που στέκουν πάνω από τη σαγήνη του κέρδους δε βοηθούν ιδιαίτερα ώστε να αποφευχθεί ο σκόπελος του διδακτισμού.
Από την άλλη βέβαια υπάρχουν κι εκείνες οι χαριτωμένες αναφορές στο σινεμά του Σκορσέζε (βλέπε π.χ. κάτι slow motion που κλείνουν το μάτι στον «Λύκο της Γουόλ Στριτ») και των αδερφών Κοέν που δεν είναι απίθανο να εκτιμηθούν από ένα κοινό αρκετά καλοπροαίρετο συν τοις άλλοις να διακρίνει στο εγχείρημα του Νγκουγέν μια συμπαθητική προσπάθεια να παίξει με τις αθέατες συνδέσεις μεταξύ κινηματογραφικής μυθοπλασίας και πραγματικότητας.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
- ΠΑΡΑΓΩΓΗ
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ Κιν Ενγκουέν
- ΣΕΝΑΡΙΟ Κιν Ενγκουέν
- ΗΘΟΠΟΙΟΙΑλεξάντερ Σκάρσγκαρντ | Σάλμα Χάγιεκ | Τζέσι Άιζενμπεργκ
- ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΝίκολας Μπόλντουκ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ111'
- ΔΙΑΝΟΜΗOdeon





