Ο Νόμος της Σιωπής
Ο 19χρονος ΤζέιΑρ καταλήγει στη φυλακή για ένα μικρό παράπτωμα- είναι τρομερά νευρικός κι ευάλωτος. Ο Μπρένταν, ο πιο επικίνδυνος ίσως άντρας στην Αυστραλία, θα τον πάρει υπό την προστασία του και θα τον αναγκάσει να τον βοηθήσει να σχεδιάσουν την απόδραση τους. Ο ΤζέιΑρ τυφλωμένος από την υπόσχεση για αμύθητο χρυσό που του δίνουν, τους βοηθά, αλλά σύντομα θα ανακαλύψει ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Καθώς οι εντάσεις ανεβαίνουν, ο νεαρός άντρας αρχίζει να αναρωτιέται αν μπορεί να εμπιστευτεί τον προστάτη του.
Επτά χρόνια μετά την τελευταία του απόπειρα με το μικρού μήκους «Jerrycan», το οποίο κατάφερε να βραβευτεί από την επιτροπή του φεστιβάλ των Καννών, ο Αυστραλός Τζούλιους Έιβερι επιστρέφει με την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία.
Ο «Νόμος της Σιωπής» αφηγείται την ιστορία ενός νεαρού αγοριού που θα βρεθεί ίσως την λάθος στιγμή στο σωστό μέρος για να ξεκινήσει σαν σε αντικατοπτρισμό μια άλλη ζωή από αυτήν που ζούσε μέχρι πρότινος. Χωρίς οικογένεια, θα βρεθεί στην φυλακή για ένα εξάμηνο και θα συναντήσει έναν άνδρα που θα τον βοηθήσει όχι μόνο να επιβιώσει στον «σιδερένιο» κόσμο της βίας, αλλά και να χτίσει την έξω ζωή του.
Μαζί θα προσπαθήσουν να διεισδύσουν ξανά στον σκοτεινό έξω κόσμο, που το χρήμα κερδίζεται εύκολα, μονάχα για να ανακαλύψουν ότι «τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται».
Φέρνοντας μνήμες από το περσινό «Starred Up» του Ντέιβιντ Μακένζι, που σύστησε στο κοινό τον Τζακ Ο' Κόνελ και κοιτώντας ιερόσυλα στα μάτια τον «Προφήτη» του Ζακ Οντιάρ, ο «Νόμος της Σιωπής» ταξιδεύει σε δυο παράλληλους άξονες.
Από τη μια αξιοποιεί στο κάδρο του την άφθαρτη ακόμα φιγούρα του 25χρονου Μπρέντον Τουέτις (που μόλις πέρυσι εμφανίστηκε ως πρίγκιπας Φίλιππος στο «Maleficent» δίπλα στην Αντζελίνα Τζολί) και από την άλλη στηρίζεται στην δυναμική παρουσία του Γιουαν Μακ Γκρέγκορ που σχεδόν φτύνει τις ατάκες του σε μια ιδιόμορφη φωνητική κάστα αγγλικών, που την περιφέρει στα σκονισμένα τοπία της Αυστραλίας.
Με πρόσχημα την συγκρουσιακή σχέση των δυο αντρών, η ταινία ξεκινάει ως ένα πατρικό δοκίμιο στριμωγμένο μέσα στα στενά όρια της φυλακής, ενώ αργότερα ο σκηνοθέτης το τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα σε μια κατεύθυνση που θυμίζει καλοστημένες χολιγουντιανές ταινίες δράσης, για να καταλήξει σε ένα ερωτικό πυροτέχνημα, μια συναινετική, συγκαταβατική ολοκλήρωση και ένα βεβιασμένο φινάλε που προσπαθεί να μην προδώσει κανένα από τα τρία αυτά υλικά.
Με τους τρεις πρωταγωνιστές (Τουέτις, ΜακΓκρέγκορ και Αλίσια Βικάντερ) να είναι ιδιαίτερα πειστικοί στην απόδοση των σεναριακών ελιγμών, η ταινία κερδίζει το στοίχημα σε αυτό το κομμάτι, μα τους αφήνει ανεκμετάλλευτους στο τρίτο μέρος, όταν η ιστορία θα αποδυναμωθεί από όσα κλισέ χωράει το κάθε υποείδος που ο σκηνοθέτης θέλει να χρησιμοποιήσει στις δυο ώρες του.
Οι προθέσεις του Έιβερι φανερώνονται από τα πρώτα λεπτά της ταινίας, με την βια να στέκεται δίπλα στον κάθε ήρωα που μοιραία θα την υποστεί και ακόμη περισσότερο θα χρειαστεί να την διαχειριστεί. Αυτή η βία, ωστόσο, είναι που θα ματώσει το υπόλοιπο της ταινίας.
Η διάθεση να χτιστεί μια ιστορία με διαβαθμίσεις που ο Έιβερι θέλει να συνδέσει, τελικά δεν λειτουργεί. Και ενώ η βια με τον έρωτα ανέκαθεν στο σινεμά ήταν δυο εύφλεκτα υλικά, εδώ το μόνο που καταφέρνουν είναι να ανάψουν ένα πυροτέχνημα, που δεν είναι καν όσο φωτεινό πουλήθηκε.





