Παράξενη Μαγεία
Χαρούμενα και φωτεινά πλάσματα που ζουν στον Νεραιδόκοσμο και οι υποχθόνιοι κάτοικοι του Σκοτεινού Δάσους, θα έρθουν σε αντιπαράθεση για το ποιος θα είναι ο τυχερός που θα έχει στην κατοχή του το Φίλτρο της Αγάπης. Εδώ όμως τα πράγματα θα περιπλακούν, καθώς ο έρωτας θα ενώσει τους δυο κόσμους.
Σε κάθε παραμύθι, και δη κινηματογραφικών προδιαγραφών όπου η αφήγηση μπορεί να οπτικοποιηθεί, υπάρχουν κανόνες από και προς τον θεατή, που πρέπει να τηρούν οι δημιουργοί. Συνήθως, η πλοκή αντέχει να σηκώσει μια γερή δόση περίεργων συμβάντων και αυτό να μην φαντάζει παράταιρο με τα υπόλοιπα κομμάτια του συνόλου.
Εδώ έχουμε τέσσερα περίεργα επίπεδα, στα οποία η «Παράξενη Μαγεία» μοιάζει να αποτυγχάνει.
Κατ' αρχάς ο Γκάρι Ράινστρομ, αν και υπογράφει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο,δεν είναι καθόλου άγνωστος στον κόσμο του θεάματος. Με επτά βραβεία Όσκαρ στην κατοχή του, μπορεί να περηφανεύεται πως είναι υπεύθυνος για τον ήχο αρκετών επιτυχιών, όπως ο «Τιτανικός» του Τζέιμς Κάμερον, το «Jurrasic Park» του Στίβεν Σπίλμπεργκ και το «Super 8» του Τζ.Τζ. Άμπραμς.
Η απονενοημένη και χωρίς συνοχή σκέψη να αναλάβει να σκηνοθετήσει μια ταινία κινουμένων σχεδίων τον προδίδει. Οι χαρακτήρες μοιάζουν λίγοι, κάπου -με διαφορετική μορφή- γνώριμοι και τρομερά υπόκωφοι, σε ένα σύμπαν που μοιάζει να εκρύγνηται και να αποσυντίθεται κάθε φορά που αλλάζει το πλάνο. Χωρίς συγκεκριμένες αφηγηματικές γραμμές, η ταινία ακολουθεί έναν κλασικό τρόπο ροής, με τις ανατροπές να μην εξυπηρετούν τον σκοπό τους, αλλά να γεμίζουν μονάχα λίγα λεπτά από τον χρόνο που τρέχει.
Το δεύτερο «παράπονο» της ταινίας ακούει στο όνομα του -πολύ- Τζορτζ Λούκας. Ένας σκηνοθέτης και άξιος γνώστης του είδους της φαντασίας, σκηνοθέτησε το 1973 το «American Graffiti» και ύστερα προσπάθησε (και εν μέρει κατάφερε) να χαρτογραφήσει έναν άγνωστο κόσμο σε έναν μακρινό γαλαξία, κατασκευάζοντας μια τεράστια Βαβέλ -και για κάποιους Ιερή Αγελάδα- που χτίζεται μέχρι σήμερα και δεν είναι άλλη από το σύμπαν του «Star Wars».
Μια μυθολογία που γαλούχησε και άνδρωσε δυο γενιές (φέτος τριτώνει) ανέδειξε και τελικά κατάπιε τον Τζορτζ Λούκας, ο οποίος έμεινε αποσβολωμένος να κοιτάζει το δημιουργημά του χωρίς να επιδιώκει να απομακρυνθεί από αυτό.
Σαν εχθρός του εαυτού του, πέρα από την παραγωγή των 6 κεφαλαίων του «Πολέμου των Άστρων», η εταιρεία του Τζορτζ Λούκας επιμελήθηκε την τελευταία 20ετία την παραγωγή άνευρων τηλεοπτικών μεταφορών των περιπετειών του Ιντιάνα Τζόουνς, ντοκιμαντέρ και τηλεοπτικών «γεμισμάτων» του «Star Wars», που τελικά δεν ενδιέφεραν κανέναν και δεν κατάφεραν να ξαναγεννήσουν (ή τουλάχιστον να συντηρήσουν) τον μύθο. Αυτή η τακτική βρίσκει αντίκρυσμα και στην «Παράξενη Μαγεία» από τη στιγμή που η Lucas Films κρύβεται εξ' ολοκλήρου πίσω από την ταινία.
Με κουρασμένες ιδέες, αυτό που τελικά μένει στον θεατή είναι μια επίπεδη μεταφορά των καλογυαλισμένων σελίδων ενός παραμυθιού που διαβάζουν (σ)τα παιδιά λίγο πριν τον ύπνο και η πλοκή δεν ενδιαφέρει ούτε εκείνα, καθώς έχουν ήδη κοιμηθεί.
Σε ένα τρίτο σημείο και συγκεκριμένα στην αποσαφήνιση των χαρακτήρων, συναντάται το μεγαλύτερο πρόβλημα της ταινίας. Μια ιστορία γεμάτη νεράιδες που περιφέρονται τραγουδώντας για την αγάπη και μάχονται τις κακές δυνάμεις ενός σκοτεινού δάσους, θα έπρεπε να έχει ως ατού έναν λαμπερό κόσμο.
Κι όμως εδώ, το ενδιαφέρον αυτό μετατοπίζεται στα απόκοσμα πλάσματα του δάσους, που μοιάζουν πιο καλοσχεδιασμένα, ευκίνητα, ουσιώδη και εν τέλει πιο αποτελεσματικά. Από την άλλη, ο νεραιδόκοσμος μοιάζει ξεθωριασμένος, δύσκαμπτος και γνώριμος από παρόμοιες ιστορίες.
Μοναδικό σημείο άξιο αναφοράς είναι η ενδιαφέρουσα χρήση της μουσικής στην ταινία. Από τη Γουίτνεϊ Χιούστον μέχρι τη Μπιγιονσέ και από τον Έλβις Πρίσλει μέχρι τους Deep Purple, το μουσικό κολλάζ βρίσκει τον δρόμο του και δημιουργεί μια προσμονή στο έργο. Οι μουσικές ανάσες ευθυγραμμίζουν το πολύχρωμο κουβάρι με διάθεση αστεϊσμού, αποτελώντας τις μοναδικές στιγμές χιούμορ της ταινίας.
Προορισμένη αποκλειστικά για ένα κοινό τάξεων δημοτικού σχολείου, η «Παράξενη Μαγεία» διαθέτει εκείνο το επιχείρημα που θέλει τις κακές ταινίες κινουμένων σχεδίων «να είναι "εντάξει" για τα παιδιά». Κι όμως αυτό είναι το μεγαλύτερο ψέμα. Και εδώ μένει έκθετο και λίγο.





