Αναρχία
Ζήλια, προδοσία και αγάπη από τον «Κυμβελίνο» του Σαίξπηρ στην «Αναρχία» του Αλμερέιντα. Ο κάποτε νεωτεριστής σκηνοθέτης καταπιάνεται με ένα τραγικό έργο του μεγάλου βάρδου και παραδίδει ένα εξίσου…τραγικό αποτέλεσμα.
Η «Αναρχία» του Μάικλ Αλμερέιντα βασίζεται στον «Κυμβελίνο» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ και αν ο τίτλος δεν σας θυμίζει άμεσα κάτι, είναι γιατί το έργο ανεβαίνει σπάνια στο θεατρικό σανίδι. Και όχι τυχαία.
Στο πλούσιο δραματουργικά έργο του Βρετανού βάρδου, ο «Κυμβελίνος» στέκει ως ένα από τα πιο αδύναμα έργα του. Αποτελεί έργο της τελευταίας συγγραφικής περιόδου του, αντλεί θέματα από τον «Ρωμαίο και Ιουλιέττα», τον «Οθέλο» και την «Δωδεκάτη Νύχτα», και πρόκειται για αναμόχλευση αφηγηματικών μηχανισμών που αναλώνονται εύκολα σε μία πλοκή ενήλικων στοιχημάτων, παρενδυσίας και προδοσιών, χωρίς να έχουν την ποιητική δυναμική και τους ισχυρούς χαρακτήρες άλλων έργων του συγγραφέα.
Ξεκινώντας με μία προβληματική βάση, ο Μάικλ Αλμερέιντα διασκευάζει το έργο στο σήμερα (αν και η ταινία αποπνέει έντονα μία ‘90s αισθητική), κάτι που είχε κάνει άλλωστε (αλλά με επιτυχία) στον «Άμλετ» το 2000.
Ο Εντ Χάρις είναι ο Κυμβελίνος, αρχηγός μιας συμμορίας μοτοσικλετιστών και έμπορος ναρκωτικών, που βρίσκεται σε πόλεμο με τη διεφθαρμένη αστυνομία. Η κόρη του Ιμογένη (η Ντακότα Τζόνσον των «50 Αποχρώσεων του Γκρι») αντιδρά στην απόφαση να παντρευτεί τον γιο της μητριάς της (Μίλα Γιόβοβιτς) και ερωτεύεται τον Πόστουμο (Πεν Μπάντγλεϊ), πρωτοπαλίκαρο του πατέρα της. Όταν ο δόλιος Ιάκιμος (Ίθαν Χοκ) βάζει στοίχημα με τον Πόστουμο πως μπορεί να ξελογιάσει την Ιμογένη, θα πυροδοτήσει μια οικογενειακή τραγωδία.
Αν και η πρόζα κρατά ως ένα βαθμό τον σαιξπηρικό λόγο, τα σκηνοθετικά ευρήματα της σύγχρονης μεταφοράς εξαντλούνται στη χρήση των κινητών και στην αντικατάσταση των αλόγων και των σπαθιών, με περιπολικά και όπλα. Η συμπεριφοριολογική συνέπεια των χαρακτήρων του Σαίξπηρ εδώ χαώνεται μέσα από μια επεισοδιακή πλοκή, που λειτουργεί περισσότερο ως πρόσχημα, παρά ως ιστορία.
Μέσα από τα σεναριακά ψήγματα της «Αναρχίας», οι χαρακτήρες έχουν ελάχιστα περιθώρια εξέλιξης και ο Αλμερέιντα δείχνει πως αδυνατεί να ενώσει συνεκτικά τη μεταξύ τους διάδραση. Καταλήγουν να περιφέρονται χωρίς ειδικό βάρος και η ιστορία γίνεται ακόμα πιο εξωπραγματική, αδυνατώντας να πείσει τους θεατές .
Οι ηθοποιοί φαντάζουν μπερδεμένοι με την εκφορά τους, σαν να μην ξέρουν αν γυρίζουν ταινία ή πατούν το σανίδι. Μοναδική εξαίρεση ο Ίθαν Χοκ που ερμηνεύει με άνεση τον ποιητικό λόγο και η παρουσία του συνάδει με το περιβάλλον της σύγχρονης μεταφοράς.
Μια σύγχρονη κινηματογραφική μεταφορά σαιξπηρικού έργου οφείλει να είναι δουλεμένη διπλά. Η θεατρική αφήγηση πρέπει να υποταχθεί στην κινηματογραφική γλώσσα. Ο Μπαζ Λούρμαν για παράδειγμα στο «Ρωμαίος και Ιουλιέττα» φρόντισε λόγο, χαρακτήρες και χώρο με τρόπο εξόφθαλμο μεν (που δεν είναι το στιλ που συμμερίζονται όλοι), ειλικρινή δε. Εδώ η μοναδική στιγμή έμπνευσης του Αλμερέιντα είναι η προσθήκη του «Dark Eyes» του Μπομπ Ντίλαν ερμηνευμένο από τη Μίλα Γιόβοβιτς.
Ο κάποτε νεωτεριστής σκηνοθέτης του «Νάντια, Ο Θηλυκός Βρικόλακας» προδίδεται στην «Αναρχία» και παραδίδει ένα αποτέλεσμα τραγικό. Και όχι με τον τρόπο που το εννοούσε ο Σαίξπηρ.





