Μία Υπόσχεση
Ένας αξιόλογος νεαρός μηχανικός ερωτεύεται τη σύζυγο του αφεντικού του, η εκδήλωση όμως των συναισθημάτων τους εμποδίζεται όχι μόνο από την ηθική, αλλά και την έλευση του Α’ παγκοσμίου πολέμου. Αποφεύγοντας επιδέξια τις παγίδες του ακαδημαϊσμού και της κλασικότροπης φόρμας που δεσμεύουν ουκ ολίγα αισθηματικά δράματα εποχής, ο Πατρίς Λεκόντ παραδίδει μια ταπεινή (αλλά υποσχόμενη για τον προσεκτικό θεατή) ματιά πάνω στην ανθεκτικότητα των συναισθημάτων και την καταλυτική σημασία της χρονικής συγκυρίας.
Στη Γερμανία των αρχών του 20ου αιώνα, ο Φρίντριχ (Ρίτσαρντ Μάντεν), ένας ταπεινής καταγωγής φέρελπις μηχανικός, εξελίσσεται στο δεξί χέρι του εργοστασιάρχη Καρλ Χόφμαϊστερ (Άλαν Ρίκμαν). Η ραγδαία επιδείνωση της υγείας του τελευταίου, φέρνει τον πρώτο να μοιράζεται την πολυτελέστατη στέγη του αφεντικού του.
Εκεί, γνωρίζει τη Λότε (Ρεμπέκα Χολ), την κατά πολύ νεότερη σύζυγο του Καρλ. Ο ανομολόγητος έρωτας που γεννιέται μεταξύ τους, θα δει την τύχη του να κρίνεται από την τήρηση μιας υπόσχεσης: δύο χρόνια μετά, όταν ο Φρίντριχ θα έχει πια επιστρέψει από το Μεξικό όπου θα βρεθεί για επαγγελματικούς λόγους, εκείνη δηλώνει πως θα τον περιμένει. Μόνο που στο μεταξύ θα ξεσπάσει ο Α’ παγκόσμιος πόλεμος…
Ένας από τους σημαντικότερους εν ενεργεία auteurs του ευρωπαϊκού σινεμά, ο Πατρίς Λεκόντ, μοιάζει να δίνει κατά την πρώτη του αγγλόφωνη σκηνοθετική δουλειά, μια υπόσχεση, ανάλογη του τίτλου της νέας του ταινίας: να σπάσει την κλασικότροπη φόρμα ενός αισθηματικού δράματος εποχής, παραδίδοντας ένα σύγχρονο φιλμ γύρω από την ανθεκτικότητα των συναισθημάτων και την καταλυτική σημασία της χρονικής συγκυρίας. Κάτι που, με αφετηρία τις σελίδες του μυθιστορήματος του Στέφαν Τσβάιχ, «Journey into the Past», επιτυγχάνει μέσα από φαινομενικά ανεπαίσθητες, πλην όμως καίριες επιλογές.
Όπως αυτή όπου απορρίπτει ένα ακαδημαϊκό, στιβαρό καδράρισμα των ηρώων του, επιστρατεύοντας κατ’ επανάληψη μια ανεπαίσθητη αιώρηση της κάμερας γύρω από τα πρόσωπα, δημιουργώντας ένταση όταν κρίνεται δραματουργικά απαραίτητο. Ή όταν η φωτογραφία της ταινίας «κλειδώνει» σε μουντούς τόνους, ακόμα και όταν η πλοκή προχωρά στα μεταπολεμικά χρόνια, εν αντιθέσει με τη «φωτεινότητα» που χαρακτηρίζει το πρώτο μέρος και – το κυριότερο – ανεξάρτητα από την κατάληξη ενός επί μακρόν φιμωμένου έρωτα. Ενός έρωτα που, ας μην ξεχνάμε, αναλαμβάνει να καθρεφτίσει πέραν από πασιφανείς κοινωνικές απαγορεύσεις και ηθικές επιταγές, τον προσωποκεντρικό αντίκτυπο μιας κατάστασης συντριπτικής όπως είναι ο πόλεμος.
Ο άνθρωπος που αγαπήθηκε μέσα από φιλμ σαν το «Κορίτσι στη Γέφυρα» ή τον «Εραστή της Κομμώτριας», έχει επανειλημμένως αποδείξει την ικανότητά του να παραδίδει δημιουργίες που δεν καταλήγουν δέσμιες κάποιας ανελαστικής αφηγηματικής φόρμας ή της λογικής του σινεμά είδους, αλλά στέκουν, με μία διακριτική ποιητικότητα τις περισσότερες φορές, πάνω από συμβάσεις. Και το «Μια Υπόσχεση» παραμένει πιστό σε αυτή τη λογική, μπολιάζοντας με παλμό και ψυχή την αλληλεπίδραση μεταξύ των τριών βασικών χαρακτήρων, τα αρχετυπικά διλήμματα και τις επιλογές τους.
Με τον Ρίτσαρντ Μάντεν (γνωστότερος ως Ρομπ Σταρκ του «Game of Thrones») να προξενεί τη μεγαλύτερη εντύπωση σε μια ανέλπιστα πειστική και μετρημένη ερμηνεία, πλάι στους πιο έμπειρους συμπρωταγωνιστές του, και ειδικότερα το μεταίχμιο στιβαρότητας και ευθραυστότητας που αποπνέει η Ρεμπέκα Χολ ή την ερμηνευτική κλάση του Άλαν Ρίκμαν.





