Να ένα στατιστικό που θα ευχαριστήσει τους λάτρεις του δημιουργού που αρέσει ιδιαίτερα, ιδίως στους φανς του τηλεοπτικού Φανταστικού («Midnight Mass», «The Fall of the House of Usher»). 12 από τα 14 τελευταία βραβεία Κοινού του φεστιβάλ του Τορόντο πήραν υποψηφιότητα Καλύτερης Ταινίας. Τέσσερα από αυτά κέρδισαν και το Όσκαρ των Όσκαρ! Προηγούμενοι νικητές είναι έργα όπως τα «12 Χρόνια Σκλάβος», «La La Land», «Belfast», «The Fablemans», «American Fiction», ακόμα και το «Nomadland».
Θα το επαναλάβει;
Δύσκολο, να λέμε την αλήθεια. Οι κριτικές δεν είναι κακές, το αντίθετο, αλλά δεν είναι και τόσο καλές που να εγγυώνται μια τέτοια παρουσία – η νίκη πρέπει να αποκλειστεί. Η ταινία όμως ακούγεται σαν μια παραδοσιακή «ταινία κοινού» άλλων εποχών (η πιο πρόσφατη τέτοια είναι μάλλον το «Green Book»), κάτι που, δεν ξέρεις ποτέ, ίσως σηματοδοτήσει μια επιστροφή σε έργα που πλέον φωλιάζουν σχεδόν αποκλειστικά στην τηλεόραση και έχουν εξαφανιστεί πρακτικά από τις αίθουσες – παίρνοντας μαζί τους και ένα είδος κοινού, διόλου μικρό αριθμητικά, το οποίο απέχοντας αλλάζει και το είδος των ταινιών που παίρνουν πράσινο φως και χαρακτηρίζουν την mainstream παραγωγή. Λέτε να αλλάζει η ατμόσφαιρα; Είναι πολύ νωρίς να μιλάμε για κάτι τέτοιο. Απόδειξη αυτού το ότι η ταινία του Φλάναγκαν δεν έχει καν ακόμα βρει διανομή. Αυτό μάλλον θα αλλάξει προσεχώς, ωστόσο.
Ο φίλος μας στο World of Reel από όπου αντλούμε την είδηση ισχυρίζεται ότι από τις 20 πρεμιέρες που είδε αυτές τις μέρες στο «The Life of Chuck» ήταν που έγινε ο χαμός στην επευφημία μετά την λήξη της προβολής.
Τι είναι το «The Life of Chuck»;
Είναι μια ταινία βασισμένη σε διηγήματα του Στίβεν Κινγκ, από το βιβλίο του 2020 «If it Bleeds» και παίζουν μέσα οι Τομ Χίντλστον, Μαρκ Χάμιλ, Τσιγουέτελ Ετζιόφορ και Τζέικομπ Τρέμπλεϊ. Η αφήγησή του είναι αντίστροφη και διηγείται την ζωή ενός άνδρα από το τέλος προς την αρχή της, αρχή που εκτυλίσσεται σημαδιακά σε ένα στοιχειωμένο σπίτι.
Ευχής έργον ένα crowd pleaser, όπως το βλέπει πάντοτε ο φίλος του World of Reel, ευχής έργον μια ταινία καλοφτιαγμένη, απευθυνόμενη στην παραγνωρισμένη σινεφιλία του (κακώς αναφερόμενου ως) «μέσου θεατή», που επιζητά (και βλέπει μανιωδώς) έντιμη, δομημένη αφήγηση καλοδιατυπωμένων ιστοριών.






