Ο συμβίος της γυναίκας που έκανε την «Barbie», βρίσκει το καλύτερο καστ της καριέρας του από την εποχή του «Ιστορίες των Μέιροβιτς (νέες κι επιλεγμένες)» στα πρόσωπα των Τζορτζ Κλούνεϊ και Άνταμ Σάντλερ και προχωρά στην επανεύρεση της φόρμας του.
Και ενώ το «White Noise» πέρυσι θα ήταν αρκετό για να χαλάσει ένα σπιτικό, ευτυχώς ήρθε η σχετικά επιτυχημένη ταινία της συμβίας και σώθηκε η κατάσταση (βέβαια και από τέτοια χαλάνε σπίτια, αλλά τούτο φαίνεται θεμελιωμένο ζεύγος), η συμφωνία με το Netflix δίνει ένα ακόμα φιλί ζωής στον πάντα συμπαθή Μπάουμπακ – κι ας μην έχει κανει για τον γράφοντα ούτε μιση ταινία της προκοπής, μία τουλάχιστον που να μην σώζεται απλά από τους ηθοποιούς της.
Τώρα θα έρθουν οι Σάντλερ και Κλούνεϊ, ο πρώτος έρχεται και από τους «Μέιροβιτς», προς διάσωση φίλου Νόα, για μια ταινία ενηλικίωσης, αστεία και συναισθηματική, για ενηλίκους που προσπαθούν να στεριώσουν. Πρακτικά αυτή είναι η περιγραφή κάθε ταινίας του Μπάουμπακ, ενός χλιαρού auteur νέας κοπής, που μυστηριωδώς απολαμβάνει ενθουσιώδους υποδοχής από την κριτική. Την ταινία συνυπογράφει η Έμιλι Μόρτιμερ (την ξέρετε βέβαια ως ηθοποιό), της οποίας τα παιδιά έπαιζαν πάντως στο «White Noise». Αυτή θα είναι η επόμενη στιγμή της συμφωνίας του Μπάουμπακ με την πλατφόρμα.
Μπάουμπακ και Γκέργουιγκ πάνε καρφί να εισβάλουν σε power list του Forbes, αν βέβαια το ζεύγος επιβιώσει «το τρυφερό ροζ» της ταινίας της επόμενης προέδρου της κριτικής επιτροπής των Καννών, Γκρέτα Γκέργουιγκ, και της δηλωμένης φιλοδοξίας της να γίνει director με καπέλο στην γη του Ιερού Ξύλου. Η πρώτη αντίδραση, ακούγεται, του Νόα στο έργο ήταν «you have to get us out of this», αν και μάλλον πλάκα πρέπει να της έκανε, μερική ευθύνη φέρει και ο ίδιος, αφού συνυπέγραψε το σενάριο.













