Είδαμε το χριστουγεννιάτικο crowdpleaser του Αλεξάντερ Πέιν, το οποίο επιστρέφει στο παρελθόν αναζητώντας ένα εγχειρίδιο ασφαλούς πλοήγησης για το παρόν.
Για ακόμα μια φορά βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη ο Αλεξάντερ Πέιν, η σχέση του οποίου με το φεστιβάλ ξεκινάει από το «Citizen Ruth» (1996). Παρουσιάζοντας τη νέα του ταινία, ο Πέιν θυμήθηκε και μια ιστορία από το παρελθόν, όταν είχε ξαναβρεθεί στη συμπρωτεύουσα για το «Sideways» (2004). Όπως ανέφερε, μετά το πέρας της προβολής, συζητούσε με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο και τον Μισέλ Δημόπουλο και ήταν εμφανές ότι δεν τους άρεσε η ταινία του, αλλά προσπαθούσαν να φανούν ευγενικοί – και τέτοιος που είναι, τους ευχαρίστησε γι’αυτό.
Η ιστορία, με μικρό και με κεφαλαίο γιώτα, και το παρελθόν έχουν νευραλγικό ρόλο στη νέα του ταινία, το «Holdovers», που θα προβληθεί στις αίθουσες τον Ιανουάριο με τον ελληνικό τίτλο τα «Παιδιά του Χειμώνα». Καταρχάς είναι μια ταινία εποχής, η δράση εξελίσσεται κατά την εορταστική περίοδο του 1969 σε ένα ιδιωτικό εκπαιδευτήριο για παιδιά πλουσίων. Κεντρικός ήρωας είναι ο Πολ Χάναμ, ένας στριφνός καθηγητής ελληνορωμαϊκής ιστορίας, εξόφθαλμα αντιδημοφιλής τόσο στους μαθητές, όσο και στους συναδέλφους του. Ο Πολ επικαλείται αποφθέγματα του Κικέρωνα και του Μάρκου Αυρήλιου, μα εξαντλείται στον ακαδημαϊσμό, την ουσία και τη σοφία τους αδυνατεί να την πραγματώσει και να τη μεταδώσει, ίσως γιατί ακόμα δεν την έχει συλλάβει και ο ίδιος.
Ναι, ο Πολ, τον οποίο υποδύεται υποδειγματικά ένας άλλος Πολ, ο Τζιαμάτι, είναι ακόμα ένας ήρωας του Αλεξάντερ Πέιν που «δεν ξέρει τι να παίξει στα παιδιά». Αυτές τις γιορτές, όμως, υποχρέωνεται να επιβλέψει όσα παιδιά θα παραμείνουν στο εκπαιδευτήριο και θα αναγκαστεί να υπερβεί (ή να εκπληρώσει για πρώτη φορά) τα παιδαγωγικά του καθήκοντα, σχηματίζοντας μια ολιγομελή ομάδα με τον Άνγκους, έναν ξύπνιο μαθητή με προβληματική συμπεριφορά, και τη Μέρι, την υπεύθυνη της κουζίνας, που έχασε πρόσφατα τον γιό της στο Βιετνάμ. Οι τρεις τους θα επιχειρήσουν να τα φέρουν βόλτα με τις προκλήσεις των χριστουγεννιάτικων γιορτών.
Στο «Descendants» ακούμε τον Τζορτζ Κλούνεϊ να περιγράφει τα μέλη της οικογενείας του ως τα νησιά ενός αρχιπελάγους, τα οποία κάθε χρόνο απομακρύνονται λίγο λίγο. Μέχρι το τέλος της ταινίας, ο ήρωας θα διαπιστώσει ότι η κίνηση μπορεί να έχει κι αντίστροφη κατεύθυνση – αντί να απομακρύνονται, να πλησιάζουν το ένα το άλλο- καθώς και ότι τελικά κανένας άνθρωπος δεν είναι νησί, όπως έλεγε και μια ψυχή. Έχοντας εντρυφήσει στο σινεμά του Πέιν και, λαμβάνοντας υπόψη το χριστουγεννιάτικο πλαίσιο της ιστορίας, γνωρίζεις ότι η εξέλιξη θα είναι αντίστοιχη κι εδώ.
Είναι μια ταινία συνταγής το «Holdovers», μα λίγοι ξέρουν να εκτελούν τη συνταγή με τον τρόπο του Πέιν, να ισορροπούν έτσι θαυμαστά και ενίοτε ταυτόχρονα ανάμεσα στην κωμωδία και στο δράμα, να εξάγουν από το ειδικό το γενικό, να γεννούν τρυφερά, ανθρώπινα θεάματα που αφορούν όλους μαζί και τον καθένα από εμάς ξεχωριστά. Πρόκειται, επίσης, για μια συνταγή που διαμορφώθηκε στο παρελθόν, άρα για μια επιστροφή στην ιστορία ώστε να εξαχθούν ωφέλιμα συμπεράσματα για την κατανόηση του παρόντος. Ακόμα και η επιστράτευση της γνώριμης φόρμας του road movie στα μισά του έργου συνιστά μια επιστροφή του δημιουργού στο δικό του κινηματογραφικό παρελθόν.
Η αντιμετώπιση και η εξομολόγηση της ιστορίας τους θα φέρει τους ήρωες πιο κοντά, θα κάνει την ταινία φύσει και θέσει χριστουγεννιάτικη και θα δώσει σάρκα και οστά στο όψιμο όνειρο του κυρίου Kρόκερ-Χάρις από το «Browning Version»(1951) του Άντονι Άσκουιθ και του Τέρενς Ράτιγκαν, μα αυτή τη φορά έγκαιρα– φέρει κάποιες ομοιότητες με εκείνη την ταινία το «Holdovers», να την αναζητήσετε. Βλέπεις, παρά τις αναπόφευκτες διαφορές μας, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο είμαστε όλοι «παιδιά του χειμώνα». Και καλό είναι να μας το υπενθυμίζει κάποιος πού και πού, όχι υψώνοντας τον δείκτη, μα περνώντας αγαπητικά το χέρι του πάνω από τον ώμο μας και μοιραζόμενος την ιστορία του.













