Ο Ροδρίγο Σορογκογιέν, ένας από τους πιο ενδιαφέροντες (και δημοφιλείς στην χώρα μας) σκηνοθέτες της Ιβηρικής και η συν-σεναριογράφος Ισαμπέλ Πένια, μιλούν στο ΣΙΝΕΜΑ για το «Εχθρός Δίπλα μου».
Γνωρίστηκαν στη Σχολή Κινηματογράφου της Μαδρίτης, την περίφημη ECAM. Αμέσως έγιναν συνεργάτες, όχι αποκλειστικοί αλλά με σχετική ασφάλεια μπορούμε να πούμε μόνιμοι. Πλέον αποτελούν ένα από τα πιο αξιόπιστα κινηματογραφικά δίδυμα του φεστιβαλικού κυκλώματος, κατέχοντας ήδη περίοπτη θέση μεταξύ των δημιουργών της γενιάς που μόλις πάτησε τα δεύτερα -άντα. Είναι επίσης ότι πιο αυθόρμητα κουλ μπορεί να σου τύχει για συνέντευξη μέσα στην επικοινωνιακή τρέλα του φεστιβάλ, έχοντας ο ένας την απόλυτη άνεση του άλλου. Και διάθεση να βάλουν τρικλοποδιές στη μεταφράστριά τους. Και τη σιγουριά πως είχαν μόλις παρουσιάσει μία από τις καλύτερες ταινίες της 75ης διοργάνωσης των Καννών.
Αλλά περισσότερα γι’ αυτό από αύριο. Ό,τι ακολουθεί είναι αποσπάσματα από μια εκτεταμένη κουβέντα στη συντροφιά 3 συναδέλφων από το Βέλγιο, την Ολλανδία και την Ελλάδα, για μια ιστορία απίστευτης βαρβαρότητας όπου ο Αντουάν και η Όλγα έρχονται αντιμέτωποι με τον Τσαν, το Λόρε και την άγρια ομορφιά της Γαλικίας. Η φύση της ταινίας είναι τέτοια που το κείμενο δεν θα μπορούσε παρά να είναι γεμάτο από spoilers. Κι αφού έχετε προειδοποιηθεί, ο λόγος ανήκει στην Ισαμπέλ Πένια και τον Ροδρίγο Σορογκογιέν.
ΙΠ: Ξεκινήσαμε να δουλεύουμε το σενάριο το 2015 με έναν άλλο τίτλο (σ.σ. στα ελληνικά θα ήταν κάτι σαν «Το Βασίλειο των Αστουριών»). Δεν θέλαμε απαραίτητα να ξεφύγουμε απ’ το τοπίο της πόλης, τον πολιτισμό και το σκηνικό των προηγούμενων ταινιών μας. Όταν όμως τελικά τελειώσαμε το τελευταίο draft σενάριο, αισθανθήκαμε πολύ άνετα με όλες αυτές τις διαφορές. Δεν είχαμε να κάνουμε πια μ’ αυτά τα στοιχεία, αλλά με τη φύση κι όταν τελικά βρήκαμε αυτό το μικρό χωριό νιώσαμε πολύ ωραία που ήμαστε εκεί, στην ησυχία και τη σιωπή. Πραγματικά εκτιμήσαμε αυτή την αλλαγή.
«Κρατήσαμε σαν αναφορά τα “Αδέσποτα Σκυλιά” του Σαμ Πέκινπα, αλλά αντί για ήρωα, θα είχαμε ηρωίδα.»
Νομίζω πως η ταινία βασίζεται σε ένα πραγματικό περιστατικό…
ΡΣ: Διαβάσαμε ένα άρθρο το 2014 με 2015, δεν θυμάμαι ακριβώς πότε, που έλεγε για ένα ζευγάρι Ολλανδών που ζούσαν σ’ ένα μικρό χωριό στη Γαλικία κι ήθελαν να κάνουν μια επέκταση στο σπίτι τους. Υπήρξαν κάποια κλιμακούμενα βίαια περιστατικά και τότε ο σύζυγος απλά εξαφανίστηκε. Όλα έδειχναν πως είχε δολοφονηθεί από δύο γείτονές του. Το πλέον εκπληκτικό όμως ήταν πως η σύζυγός του αποφάσισε να μείνει στο χωριό κι εμείς μείναμε να αναρωτιόμαστε γιατί αποφάσισε να το κάνει αυτό. Γιατί επέλεξε να μείνει εκεί και να έχει γείτονες τους ανθρώπους που σκότωσαν το σύζυγό της. Αυτό ήταν που μας τράβηξε σ’ αυτό το πρόσωπο, που στη συνέχεια έγινε χαρακτήρας και συμφωνήσαμε πως αυτή θα είναι η πρωταγωνίστρια της ταινίας μας. Κρατήσαμε σαν αναφορά τα «Αδέσποτα Σκυλιά» του Σαμ Πέκινπα, αλλά αντί για ήρωα, θα είχαμε ηρωίδα.
Αν δεν κάνω λάθος κι αν τον προφέρω σωστά, ο Λουίς Σαχέρα προέρχεται από τη Γαλικία. Τον «χρησιμοποιήσατε» καθόλου στην αποτύπωση των ντόπιων;
ΡΣ: Γράψαμε το χαρακτήρα του με αυτόν στο μυαλό. Είναι ένας ευρέως γνωστός και εξαιρετικά δημοφιλής ηθοποιός κι είναι πολύ, πολύ… Γαλικιανός. Αυτό μας βοήθησε πάρα πολύ καθώς αναπτύσσαμε το χαρακτήρα. Ήταν τέλειο που τον είχαμε τόσο στις προετοιμασίες όσο και στο γύρισμα, αφού είχε αναλάβει ας πούμε τον ηθοποιό που παίζει τον αδερφό του στην ταινία και δεν ήταν το ίδιο έμπειρος. Μας βοήθησε επίσης με τους μη επαγγελματίες ηθοποιούς στο πλατό. Ήθελα τα πρόσωπά τους να είναι όσο πιο αληθινά κι αυθεντικά γίνεται. Βοήθησε τρομερά στις σχέσεις μας με τους ανθρώπους εκεί, γιατί για τους ντόπιους ήταν κάτι σαν είδωλο. Ήταν ένας απ’ τους βασικούς λόγους που είχαμε τόσο καλούς ηθοποιούς στο σετ.
Τι σημαίνει να είναι κάποιος «πολύ Γαλικιανός», νομίζω πως και ο σύντροφός σας κατάγεται από εκεί. Τι χρειάζεται ένας αναγνώστης από την Ελλάδα, το Βέλγιο ή την Ολλανδία για να καταλάβει τι συνεπάγεται αυτή η καταγωγή;
ΙΠ: Κατ’ αρχάς το πραγματικό γεγονός έλαβε χώρα εκεί, οπότε μας αρχικά μας φάνηκε πολύ ενδιαφέρον να στήσουμε την ιστορία μας στο ίδιο μέρος. Όμως η Γαλικία είναι και εξαιρετικά φωτογενής. Είναι άγρια και ταυτόχρονα πανέμορφη. Οι άνθρωποι μιλούν μια ιδιάζουσα γλώσσα που έχει διαφορετικούς ήχους από τα Ισπανικά. Πολλές φορές αποφεύγουν να σου απαντήσουν. Προσπαθείς να κάνεις μια συζήτηση μαζί τους και ρωτάς κάτι, αλλά αντί για απάντηση σου επιστρέφουν την ερώτηση. Είναι επίσης μια επαρχία που έχει υποφέρει πολύ. Αρκετοί άνθρωποι από την ευρύτερη περιοχή αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν. Οι χειρότεροι Ισπανοί πολιτικοί είναι από εκεί, σ’ αυτούς συμπεριλαμβάνεται κι ο Φρανσίσκο Φράνκο. Αν κι είναι κομμάτι της χώρας, είναι αποκομμένη από τη Δυτική Ισπανία, είναι απομονωμένη εξαιτίας μιας οροσειράς κι έτσι δεν μοιράζεται πολλά με την υπόλοιπη επικράτεια. Οι Γαλικιανοί είναι αρκετά διαφορετικοί απ’ τους τυπικούς Ισπανούς που είναι Μεσογειακοί. Έχουν επίσης μια εντελώς δική τους αίσθηση του χιούμορ κι ήμουν αρκετά τυχερή να το γνωρίσω από πρώτο χέρι, χάρη στον φίλο μου.
ΡΣ: Που τον αγαπώ πάρα πολύ.
Yποθέτω ότι και το χιούμορ που αναφέρετε είναι εξίσου σκληρό και κυνικό.
ΡΣ: Είναι όντως πολύ κυνικοί, δεν γελούν ποτέ. Είναι πολύ ιδιαίτερο.
Ακούγεται σαν μια νέα γλώσσα που πρέπει να μάθεις.
ΡΣ+ΙΠ: Ναι.
Είναι κάπως σαν τη σκηνή στην αρχή της ταινίας που ο Αντουάν οδηγεί, ή καλύτερα προσπαθεί να οδηγήσει το αυτοκίνητό του;
ΙΠ: Ειδικά σε αυτή τη σκηνή που αναφέρετε, ήθελα να δείξω κάτι διαφορετικό, ότι ο Λορέν είχε παιδιάστικο χιούμορ και ανώριμες αντιδράσεις. Προσπαθώ να θυμηθώ μια σκηνή που να αναφέρεται στο χιούμορ των Γαλικιανών και μπορώ να σας πω για αυτή στο μπαρ, όπου ο Αντουάν ανοίγεται και λέει την ιστορία του. Ο Τσαν χωρίς να αντιδράσει καθόλου, χωρίς καν μία γκριμάτσα του λέει «τι όμορφη ιστορία», ενώ βλέπουμε και τον αδελφό του πως αντιδρά στο background.
ΡΣ: Είναι άνθρωποι που δεν θα σου δώσουν ποτέ ευθεία απάντηση κι όχι μόνο αυτό, τους αρέσει κιόλας. Να σας δώσω ένα παράδειγμα, αν ρωτήσεις κάποιον εκεί πόσους κατοίκους έχει αυτό το χωριό, θα σου πει λιγότερους απ’ αυτούς που νομίζεις. Είναι κάτι που μου συνέβη.
Η Ισαμπέλ Πένια και ο Ροδρίγο Σορογκογιέν
«Mας απασχολεί η άνοδος της alt-right, της άκρας δεξιάς και της ξενοφοβίας. Δεν είχαμε σκοπό να μιλήσουμε γι’ αυτά τα θέματα, αλλά εν τέλει ναι, όντως το κάναμε.»
Παρακολουθώντας την ταινία σας, όπως και την ταινία του Μουντζίου (σ.σ. το παραγνωρισμένο «RMN» που είχε προβληθεί λίγες μέρες νωρίτερα στις Κάννες) βλέπουμε μια Ευρώπη σε κατάσταση εμφυλίου πολέμου. Πιστεύετε υπάρχει πρόβλημα με την εξαναγκασμένη ένωση των λαών της;
ΡΣ: Είναι αλήθεια πως υπάρχει κάποια αναλογία, κάποιος κοινός τόπος μεταξύ της ταινίας μας και του Μουντζίου. Πράγμα που δείχνει πως μας απασχολεί αυτό που γίνεται στην Ευρώπη με την άνοδο της alt-right, της άκρας δεξιάς και της ξενοφοβίας. Δεν είχαμε σκοπό να μιλήσουμε ειδικά γι’ αυτά τα θέματα, αλλά εν τέλει ναι, όντως το κάναμε. Το οποίο με τη σειρά του δείχνει πως μας επηρεάζουν.
Όπως είπατε προηγουμένως μιλώντας για τη Γαλικία, πρόκειται για ένα εξαιρετικά φωτογενές αλλά ταυτόχρονα άγριο περιβάλλον. Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίσατε κατά τη διάρκεια του γυρίσματος;
ΡΣ: Λοιπόν, νομίζω ότι το πιο δύσκολο πράγμα που είχαμε να γυρίσουμε ήταν η σκηνή της δολοφονίας. Πέρα από τη δυσκολία του τερέν, το κλίμα αλλάζει συνεχώς, δεν είναι όπως στη Μεσόγειο. Στη Γαλικία μπορεί να έχεις ηλιοφάνεια το πρωί, να βρέχει το απόγευμα και μετά να ξαναβγαίνει ήλιος. Έπρεπε να κάνουμε κάποιες έξτρα μέρες γυρισμάτων για να ανταπεξέλθουμε σ’ αυτό. Αλλά για να επανέλθω στην εν λόγω σκηνή, έπρεπε τα πάντα να είναι χορογραφημένα με ακρίβεια αφού τρεις ηθοποιοί πρόκειται να παλέψουν και καταλαβαίνετε πως θα μπορούσε να χτυπήσει κάποιος άσχημα. Περίπου ένα μήνα πριν τη γυρίσουμε, η σκηνή στο σενάριο ήταν διαφορετική απ’ αυτή που εν τέλει είδατε. Ήταν μια καταδίωξη. Ο Αντουάν έτρεχε για αρκετή ώρα κι αρχικά μας άρεσε αυτή η ιδέα, του να έχεις μια σκηνή δράσης σε μια ταινία που δεν έχει να κάνει σε τίποτα με ένα action film. Το αλλάξαμε γιατί πιστεύαμε πως θα ήταν πιο συνεπές με το ύφος της ταινίας, ήταν πιο δυνατό να τους βάλουμε να κοιτάζονται πρόσωπο με πρόσωπο. Μας λέει πολλά για την ψυχολογία του Αντουάν. Αν ας πούμε το βάλει στα πόδια και τρέξει μακριά είναι επειδή φοβάται πως μπορεί να πεθάνει. Ο Αντουάν όμως μένει και τους κοιτάει στα μάτια γιατί κατά βάθος δεν πιστεύει πως ο γείτονάς του μπορεί όντως να τον σκοτώσει.
Έχει επίσης ενδιαφέρον το ότι μοιάζει με μια καταδίωξη σε slow motion, αφού προσπαθεί να ξεφύγει απ’ αυτούς που αρχικά τον ακολουθούν. Φαντάζομαι ότι ήταν πολύ δύσκολο να βγει τόσο επιβλητική η σκηνή, με την ένταση να ανεβαίνει συνεχώς. Νομίζω ήταν πολύ αποτελεσματικό, ήταν κάτι που δεν έχω ξαναδεί. Πώς δουλέψατε για να το καταφέρετε αυτό;
ΡΣ: Όλα στην πραγματικότητα έχουν να κάνουν με τη δουλειά. Πάνε πίσω σε αυτά που έχεις προετοιμάσει, αυτά που έχεις αμφισβητήσει, στο πόσο απαιτητικός είσαι, σε αυτά που έχεις δοκιμάσει και τότε η τελική σου εκδοχή θα είναι η καλύτερη, όπως και η τρίτη λήψη θα είναι καλύτερη απ’ τη δεύτερη. Υπάρχει ένα παράδειγμα για όλη αυτή τη διαδικασία και τον τρόπο δουλειάς. Κάποια στιγμή είπα στην Ίσα πως πρέπει να έρθει στη Γαλικία γιατί ακόμη δεν είχα πειστεί. Όταν ήρθε οι δυο μας μαζί με άλλα δύο μέλη του συνεργείου, κάτσαμε τρεις ώρες μέσα σε αυτό το δάσος, όχι φυσικά παλεύοντας, αλλά δουλεύοντας πάνω σε αυτό το κυνηγητό, προσπαθώντας να πιάσουμε το feeling.
Μια σύντομη ερώτηση για το τέλος. Γιατί αλλάξατε το ζευγάρι των Ολλανδών σε Γάλλους;
ΡΣ: Υπάρχουν δύο λόγοι. Ο πρώτος ήταν ότι είχαμε ήδη ένα άνοιγμα για να εξασφαλίσουμε γαλλική συμπαραγωγή. Ο δεύτερος που είναι πιο σημαντικός έχει να κάνει με την ανάπτυξη της αφήγησης. Υπάρχει ιστορική αντιπαλότητα μεταξύ Γαλλίας και Ισπανίας. Μάλιστα κάποια στιγμή η Γαλλία προσπάθησε να εισβάλλει στην Ισπανία. Δεν είχε πάει πολύ καλά. Αυτό μας βοήθησε να καλλιεργήσουμε την ένταση, να δώσουμε βάση στην κόντρα που υπάρχει στην ταινία και στο μίσος απέναντι στον ξένο, στο ότι δεν τον δέχονται. Βασικά στην Ισπανία υφίσταται ακόμη το στερεότυπο πως οι Γάλλοι μας κοιτάζουν αφ’ υψηλού και το ανάποδο.
ΙΠ: Υπάρχει κι ένας τρίτος λόγος καθώς δεν θέλαμε να χρησιμοποιήσουμε όλες τις λεπτομέρειες από το πραγματικό γεγονός. Έπρεπε να σεβαστούμε τους ανθρώπους που το έζησαν κι έτσι προβήκαμε σε διάφορες αλλαγές σε σχέση με ό,τι συνέβη, μια από τις οποίες ήταν και εθνικότητα του ζεύγους.
INFO
«Ο Εχθρός Δίπλα Μου» προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες από Πέμπτη 10 Αυγούστου σε διανομή της Rosebud.21.






![website-banner-nova_1581_107769682[1]](https://new.cinemagazine.gr/wp-content/uploads/2024/02/website-banner-nova_1581_1077696821.png)
0 Comments