Καληνύχτα κριτική, καλημέρα influencers: Έφτασε άραγε το «τέλος της κριτικής»;

1 Ιαν 1970 | Θέματα

10:162/8 Καληνύχτα κριτική, καλημέρα influencers: Έφτασε άραγε το «τέλος της κριτικής»; Ένα άρθρο του Guardian διερωτάται πάνω στο επίκαιρο, μα και κλασικό, ερώτημα, μιας και η έξοδος της «Barbie» έβγαλε τη μύτη του παγόβουνου στην επιφάνεια. Από τον Ηλία Δημόπουλο Ποιος χρειάζεται, τελικά, τους κριτικούς κινηματογράφου; Ιδίως τώρα πια που η έξοδος μιας ταινίας, μέσω του παραγωγού στούντιο, εξόρισε τους κριτικούς από την αίθουσα, δίνοντας όμως λευκή κάρτα στους influencers-λάτρεις «να μοιραστούν τα θετικά τους συναισθήματα για την ταινία στο Twitter».Για να είμαστε από την αρχή συνεννοημένοι, την απάντηση την ξέρουμε. 1 στους 100, 2 στους 100, ίσως να είμαστε και αισιόδοξοι. Και ο αριθμός φθίνει. Το ξέρουμε από «εκεί έξω», το ξέρουμε γιατί βλέπουμε πόσοι διαβάζουν αναλογικά τις κριτικές, το ξέρουμε. Και είναι από τα λίγα πράγματα που «ξέρουμε» πραγματικά – κι αυτή είναι μια σπόντα που οφείλουμε και οι κριτικοί να αναλογιστούμε μεταξύ μας, γιατί με αυτό το ρήμα πορευθήκαμε ξεροκέφαλα και χάσαμε. Έχουμε κάνει κι άλλες ανοησίες, αλλά δεν είναι εδώ ο τόπος της αυτοκριτικής. Το ότι ο κόσμος αδιαφορεί για την κριτική σκέψη, ίσως επειδή δεν εννοεί ως χρήσιμα τα προϊόντα της, δεν θα το επωμιστεί η κριτική σκέψη.Όπως αναφέρει και η προβληματισμένη αρθρογράφος της Guardian, είναι γνωστό το στερεότυπο του κριτικού-αποτυχημένου καλλιτέχνη, ή η τυπική αντίληψη ότι πρόκειται για έναν πεσιμιστή που δεν του αρέσει το σινεμά. Ή, προσθέτω εγώ, ενός/μιας που παίζει με τις λέξεις, που συσκοτίζει αντί να διαφωτίζει, που βολεύεται με τους ομοίους του σε αναερόβια περιβάλλοντα. Σαν μύκητας. Για κάποιους η θεώρηση είναι ορθή. Όμως αυτό δεν αλλάζει το θεμελιώδες λάθος της. Η κριτική είναι απαραίτητη γιατί χωρίς αυτήν, χωρίς τον ορθολογισμό (και το συναίσθημα) μιας γνωστικής προσέγγισης, κάθε έργο τέχνης είναι όμοιο με το διπλανό του, δεν έχει «κάτι να πει», διαφέροντας τελικά μόνο στον αριθμό των θαυμαστών που, ειδικά στο σινεμά, είναι αντικείμενο οικονομίας και ναρκισσισμού. Τα στούντιο, ανοιχτά πια με την «Barbie», φορτώνουν δώρα και μηδενικά εισιτήρια τύπους του διαδικτύου, των οποίων η γνώμη δεν έχει σχέση με κάτι άλλο από την ανάγκη αποδοχής τους και τις περσόνες που αυτή εξουσιάζει για να βρει την αποδοχή αυτή.Η στρατηγική των στούντιο, τα οποία σταδιακά πια βρίσκονται σε μια φάση ξεδιάντροπου μάρκετινγκ της κοστοβόρας δαπάνης τους, είναι δεδομένη και χτίζεται εδώ και μερικά χρόνια. Έξω η κριτική άποψη, μέσα το positive vibe του διαδικτυακού word of mouth. Είναι καιρός που τα παραδοσιακά μίντια εξαρθρώνονται, χρόνια που «η συστημική άποψη» ενοχοποιείται και κατεδαφίζεται. Η διάδοχη κατάσταση έρχεται από τον «εκδημοκρατισμό» των social που επιφέρει τους πολυάριθμους νέους εκφωνητές κυρίαρχης στάσης, που θα σκοτώνονται μεταξύ τους μεν, αλλά στο ενδιάμεσο η όποια κριτική σκέψη θα έχει πέσει ξερή στις αλάνες του σκρολαρίσματος. Όμως τα στούντιο ξέρουν καλά τι κάνουν. Αν μπορώ να έχω θετική γνώμη, γιατί να διακινδυνεύσω αρνητική άποψη; Με την «Barbie» έπεσαν οι μάσκες, φάνηκε η μύτη ενός παγόβουνου που συντίθεται χρόνια και αψηφά την κλιματική αλλαγή. Η Warner Bros. απέκλεισε δημοσιογραφικές προβολές, στο Παρίσι αναφέρει το άρθρο ας πούμε, ή απαγόρευσε τον απόηχο για δυο μέρες (το περίφημο «εμπάργκο κριτικών» που όλοι ξέρουμε εδώ και χρόνια και στην Ελλάδα), την ίδια στιγμή που στο Twitter μετεωρίτες κολακείας για το έργο έπεφταν αδιακρίτως.Και ποιο το κακό αν στη θέση της κριτικής έχουμε επικοινωνιολόγους; θα ρωτήσει κάποιος. (Ναι το ξέρουμε, δεν θα ρωτήσει κανείς). Η απάντηση, όπως και τόσα άλλα πράγματα, έχει σχέση με το τι κανείς αποτιμά ως σημαντικό. Αν η γνώση, ο κόπος, η σύγκριση, η ανάλυση και η σύνθεση, η ανάγνωση καθαυτή (με όλα τα συμπαρομαρτούντα βάσανα που έχει να κουράζεις το μυαλό σου), η γλώσσα, το ταλέντο και, κατά μια έννοια πάνω απ’ όλα, η αγάπη για το αντικείμενο, έχουν σημασία, το πράγμα θα ήταν αλλιώς. Δηλαδή το στούντιο πάλι λεφτά θα ήθελε, αλλά θα φρόντιζε να φτιάξει κάτι που να του αναλογεί έπαινος. Καθώς όμως το πράγμα κινείται σε όλο και περισσότερο υλιστικές/καταναλωτικές/ναρκισσιστικές κατευθύνσεις, καθώς δηλαδή ο καθένας αισθάνεται ότι «ζει το όνειρο» όταν βλέπει likes, retweets, subscriptions και αισθάνεται έγκυρος και σχετικός έχοντας/φορώντας merchandise που του χαρίστηκε για να διαφημίσει, είναι ολοφάνερο ότι η πλάστιγγα των αξιών έχει αλλάξει.Το που βαδίζει η κουλτούρα μας δεν μπορεί να το συνοψίσει ένα σύντομο άρθρο. Οι ιστορίες που αγαπούν οι κριτικοί (η Πολίν Κέιλ που έσωσε το «Μπόνι και Κλάιντ», το οποίο με τη σειρά του άλλαξε το Χόλιγουντ, οι Γάλλοι που άλλαξαν εκ βάθρων την κριτική και διέσωσαν τον Χίτσκοκ και πολλούς της εποχής του, ο Άντριου Σάρις, ο Κρακάουερ, η Κριτική που αναγνώρισε τον Ταραντίνο) είναι πια αναθυμιάσεις «ανάμεσα στο πουθενά και το αντίο». Στον μανάβη δεν αναζητάς φιλέτα. Άσε που πλέον και τα φιλέτα δεν είναι αυτό που (κάποτε λέγαμε πως) ήταν.Το εξαιρετικό άρθρο της Μανουέλα Λάζιτς στον Guardian μπορείτε να το βρείτε εδώ.

Συντάκτης: Πάνος Γκένας
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

10:16
2/8

Καληνύχτα κριτική, καλημέρα influencers: Έφτασε άραγε το «τέλος της κριτικής»;

Ένα άρθρο του Guardian διερωτάται πάνω στο επίκαιρο, μα και κλασικό, ερώτημα, μιας και η έξοδος της «Barbie» έβγαλε τη μύτη του παγόβουνου στην επιφάνεια.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Ποιος χρειάζεται, τελικά, τους κριτικούς κινηματογράφου; Ιδίως τώρα πια που η έξοδος μιας ταινίας, μέσω του παραγωγού στούντιο, εξόρισε τους κριτικούς από την αίθουσα, δίνοντας όμως λευκή κάρτα στους influencers-λάτρεις «να μοιραστούν τα θετικά τους συναισθήματα για την ταινία στο Twitter».

Για να είμαστε από την αρχή συνεννοημένοι, την απάντηση την ξέρουμε. 1 στους 100, 2 στους 100, ίσως να είμαστε και αισιόδοξοι. Και ο αριθμός φθίνει. Το ξέρουμε από «εκεί έξω», το ξέρουμε γιατί βλέπουμε πόσοι διαβάζουν αναλογικά τις κριτικές, το ξέρουμε. Και είναι από τα λίγα πράγματα που «ξέρουμε» πραγματικά – κι αυτή είναι μια σπόντα που οφείλουμε και οι κριτικοί να αναλογιστούμε μεταξύ μας, γιατί με αυτό το ρήμα πορευθήκαμε ξεροκέφαλα και χάσαμε. Έχουμε κάνει κι άλλες ανοησίες, αλλά δεν είναι εδώ ο τόπος της αυτοκριτικής. Το ότι ο κόσμος αδιαφορεί για την κριτική σκέψη, ίσως επειδή δεν εννοεί ως χρήσιμα τα προϊόντα της, δεν θα το επωμιστεί η κριτική σκέψη.

Όπως αναφέρει και η προβληματισμένη αρθρογράφος της Guardian, είναι γνωστό το στερεότυπο του κριτικού-αποτυχημένου καλλιτέχνη, ή η τυπική αντίληψη ότι πρόκειται για έναν πεσιμιστή που δεν του αρέσει το σινεμά. Ή, προσθέτω εγώ, ενός/μιας που παίζει με τις λέξεις, που συσκοτίζει αντί να διαφωτίζει, που βολεύεται με τους ομοίους του σε αναερόβια περιβάλλοντα. Σαν μύκητας. Για κάποιους η θεώρηση είναι ορθή. Όμως αυτό δεν αλλάζει το θεμελιώδες λάθος της. Η κριτική είναι απαραίτητη γιατί χωρίς αυτήν, χωρίς τον ορθολογισμό (και το συναίσθημα) μιας γνωστικής προσέγγισης, κάθε έργο τέχνης είναι όμοιο με το διπλανό του, δεν έχει «κάτι να πει», διαφέροντας τελικά μόνο στον αριθμό των θαυμαστών που, ειδικά στο σινεμά, είναι αντικείμενο οικονομίας και ναρκισσισμού. Τα στούντιο, ανοιχτά πια με την «Barbie», φορτώνουν δώρα και μηδενικά εισιτήρια τύπους του διαδικτύου, των οποίων η γνώμη δεν έχει σχέση με κάτι άλλο από την ανάγκη αποδοχής τους και τις περσόνες που αυτή εξουσιάζει για να βρει την αποδοχή αυτή.

Η στρατηγική των στούντιο, τα οποία σταδιακά πια βρίσκονται σε μια φάση ξεδιάντροπου μάρκετινγκ της κοστοβόρας δαπάνης τους, είναι δεδομένη και χτίζεται εδώ και μερικά χρόνια. Έξω η κριτική άποψη, μέσα το positive vibe του διαδικτυακού word of mouth. Είναι καιρός που τα παραδοσιακά μίντια εξαρθρώνονται, χρόνια που «η συστημική άποψη» ενοχοποιείται και κατεδαφίζεται. Η διάδοχη κατάσταση έρχεται από τον «εκδημοκρατισμό» των social που επιφέρει τους πολυάριθμους νέους εκφωνητές κυρίαρχης στάσης, που θα σκοτώνονται μεταξύ τους μεν, αλλά στο ενδιάμεσο η όποια κριτική σκέψη θα έχει πέσει ξερή στις αλάνες του σκρολαρίσματος. Όμως τα στούντιο ξέρουν καλά τι κάνουν. Αν μπορώ να έχω θετική γνώμη, γιατί να διακινδυνεύσω αρνητική άποψη;

Με την «Barbie» έπεσαν οι μάσκες, φάνηκε η μύτη ενός παγόβουνου που συντίθεται χρόνια και αψηφά την κλιματική αλλαγή. Η Warner Bros. απέκλεισε δημοσιογραφικές προβολές, στο Παρίσι αναφέρει το άρθρο ας πούμε, ή απαγόρευσε τον απόηχο για δυο μέρες (το περίφημο «εμπάργκο κριτικών» που όλοι ξέρουμε εδώ και χρόνια και στην Ελλάδα), την ίδια στιγμή που στο Twitter μετεωρίτες κολακείας για το έργο έπεφταν αδιακρίτως.

Και ποιο το κακό αν στη θέση της κριτικής έχουμε επικοινωνιολόγους; θα ρωτήσει κάποιος. (Ναι το ξέρουμε, δεν θα ρωτήσει κανείς). Η απάντηση, όπως και τόσα άλλα πράγματα, έχει σχέση με το τι κανείς αποτιμά ως σημαντικό. Αν η γνώση, ο κόπος, η σύγκριση, η ανάλυση και η σύνθεση, η ανάγνωση καθαυτή (με όλα τα συμπαρομαρτούντα βάσανα που έχει να κουράζεις το μυαλό σου), η γλώσσα, το ταλέντο και, κατά μια έννοια πάνω απ’ όλα, η αγάπη για το αντικείμενο, έχουν σημασία, το πράγμα θα ήταν αλλιώς. Δηλαδή το στούντιο πάλι λεφτά θα ήθελε, αλλά θα φρόντιζε να φτιάξει κάτι που να του αναλογεί έπαινος. Καθώς όμως το πράγμα κινείται σε όλο και περισσότερο υλιστικές/καταναλωτικές/ναρκισσιστικές κατευθύνσεις, καθώς δηλαδή ο καθένας αισθάνεται ότι «ζει το όνειρο» όταν βλέπει likes, retweets, subscriptions και αισθάνεται έγκυρος και σχετικός έχοντας/φορώντας merchandise που του χαρίστηκε για να διαφημίσει, είναι ολοφάνερο ότι η πλάστιγγα των αξιών έχει αλλάξει.

Το που βαδίζει η κουλτούρα μας δεν μπορεί να το συνοψίσει ένα σύντομο άρθρο. Οι ιστορίες που αγαπούν οι κριτικοί (η Πολίν Κέιλ που έσωσε το «Μπόνι και Κλάιντ», το οποίο με τη σειρά του άλλαξε το Χόλιγουντ, οι Γάλλοι που άλλαξαν εκ βάθρων την κριτική και διέσωσαν τον Χίτσκοκ και πολλούς της εποχής του, ο Άντριου Σάρις, ο Κρακάουερ, η Κριτική που αναγνώρισε τον Ταραντίνο) είναι πια αναθυμιάσεις «ανάμεσα στο πουθενά και το αντίο». Στον μανάβη δεν αναζητάς φιλέτα. Άσε που πλέον και τα φιλέτα δεν είναι αυτό που (κάποτε λέγαμε πως) ήταν.

Το εξαιρετικό άρθρο της Μανουέλα Λάζιτς στον Guardian μπορείτε να το βρείτε εδώ.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

ΣΧΟΛΙΑ

0 Comments

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΠΡΟΒΟΛΩΝ

ΠΑΙΖΟΝΤΑΙ ΤΩΡΑ

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΑΣ